Η ασφάλεια ζωής αποτελεί μια από τις πιο προσωπικές και ουσιαστικές μορφές ασφάλισης. Ο ασφαλισμένος δεσμεύεται να προστατεύσει μελλοντικά τους ανθρώπους που αγαπά, εξασφαλίζοντας οικονομική στήριξη σε περίπτωση απώλειας ή ανικανότητας.
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία ενός τέτοιου συμβολαίου είναι ο ορισμός του δικαιούχου – του προσώπου ή των προσώπων που θα λάβουν την αποζημίωση όταν επέλθει το ασφαλισμένο γεγονός.
Η επιλογή του δικαιούχου δεν είναι απλώς μια τυπική διαδικασία· έχει νομικές, οικονομικές και συναισθηματικές συνέπειες που πρέπει να εξεταστούν με προσοχή.
Τι είναι ο δικαιούχος ασφάλειας ζωής
Δικαιούχος ασφάλειας ζωής είναι το πρόσωπο που ορίζει ο ασφαλισμένος, ώστε να λάβει το ασφαλιστικό κεφάλαιο σε περίπτωση θανάτου ή άλλου γεγονότος που προβλέπει το συμβόλαιο. Η ασφαλιστική εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 27 του Ν. 2496/1997, υποχρεούται να καταβάλει το ποσό απευθείας στον δικαιούχο, χωρίς να μεσολαβήσει διαδικασία αποδοχής κληρονομιάς ή εκκαθάρισης περιουσίας.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ασφάλεια ζωής θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο οικονομικής προστασίας: η αποζημίωση φτάνει άμεσα εκεί όπου την προόρισε ο ασφαλισμένος, χωρίς καθυστερήσεις και γραφειοκρατικά εμπόδια.
Ποιοι μπορούν να οριστούν δικαιούχοι
Ο ασφαλισμένος έχει απόλυτη ελευθερία να ορίσει ως δικαιούχο οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιθυμεί. Συνήθως πρόκειται για μέλη της οικογένειας, όπως σύζυγο, παιδιά ή γονείς, ωστόσο δεν υπάρχει νομικός περιορισμός. Μπορεί να είναι συγγενής, φίλος, συνεταίρος, ακόμη και ίδρυμα ή εταιρεία, εφόσον αυτό δηλωθεί ρητά στο ασφαλιστήριο.
Επιπλέον, ο ασφαλισμένος μπορεί να ορίσει περισσότερους του ενός δικαιούχους, καθορίζοντας τα ποσοστά συμμετοχής του καθενός στο κεφάλαιο. Για παράδειγμα, 60 % στον/στη σύζυγο και 40 % στα παιδιά. Αν δεν καθοριστούν ποσοστά, θεωρείται ότι η αποζημίωση επιμερίζεται ισόποσα.
Η ευελιξία αυτή επιτρέπει στον ασφαλισμένο να προσαρμόζει το συμβόλαιο στις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, εξασφαλίζοντας δίκαιη και άμεση κατανομή του ποσού όταν χρειαστεί.
Αν δεν έχει οριστεί δικαιούχος
Αν στο ασφαλιστήριο δεν αναγράφεται ρητά δικαιούχος, τότε, σύμφωνα με τον νόμο, το ποσό καταβάλλεται στους νόμιμους κληρονόμους του ασφαλισμένου, βάσει της κληρονομικής διαδοχής. Σε αυτή την περίπτωση, το ποσό μπορεί να υπαχθεί σε διαδικασία αποδοχής κληρονομιάς και να επιβαρυνθεί με τυχόν φόρο κληρονομίας, κάτι που δεν συμβαίνει όταν υπάρχει ορισμένος δικαιούχος.
Για τον λόγο αυτό, η δήλωση δικαιούχου θεωρείται ουσιώδες στοιχείο κάθε ασφαλιστηρίου ζωής και πρέπει να γίνεται από την αρχή της σύμβασης.
Δικαίωμα αλλαγής δικαιούχου
Ο ασφαλισμένος μπορεί να αλλάξει δικαιούχο οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου, εκτός αν στο ασφαλιστήριο έχει δηλωθεί ότι ο δικαιούχος είναι «ανέκκλητος». Στην πράξη, τα περισσότερα συμβόλαια επιτρέπουν ελεύθερη αλλαγή με έγγραφη δήλωση προς την ασφαλιστική εταιρεία.
Η αλλαγή αυτή ισχύει από τη στιγμή που γνωστοποιείται εγγράφως και καταχωρείται στο ασφαλιστήριο. Ο ασφαλισμένος μπορεί να προσαρμόζει τη δήλωσή του όταν αλλάζουν οι συνθήκες της ζωής του — γάμος, διαζύγιο, γέννηση παιδιών ή νέα επαγγελματικά σχέδια.
Η σωστή ενημέρωση της ασφαλιστικής για κάθε τέτοια αλλαγή είναι κρίσιμη, ώστε να αποφευχθούν ασάφειες ή διεκδικήσεις μετά τον θάνατο του ασφαλισμένου.
Διαφορά δικαιούχου από κληρονόμο
Στην πράξη, πολλοί συγχέουν τον δικαιούχο με τον κληρονόμο. Οι δύο έννοιες όμως είναι διαφορετικές.
Ο δικαιούχος λαμβάνει το ασφαλιστικό ποσό εκτός κληρονομίας, δηλαδή απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία, ανεξάρτητα από τη διαθήκη ή τη σειρά των κληρονόμων. Αντίθετα, ο κληρονόμος αποκτά δικαίωμα επί της περιουσίας που ανήκει στον αποβιώσαντα, συμπεριλαμβανομένων και των τυχόν ασφαλιστηρίων στα οποία δεν έχει δηλωθεί δικαιούχος.
Η διάκριση αυτή έχει μεγάλη σημασία, γιατί επηρεάζει τόσο τον χρόνο καταβολής όσο και τη φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης.
Τι συμβαίνει σε ασφάλεια που συνδέεται με δάνειο
Στις περιπτώσεις όπου η ασφάλεια ζωής έχει συναφθεί για κάλυψη στεγαστικού ή άλλου δανείου, ο δικαιούχος είναι η τράπεζα ή το πιστωτικό ίδρυμα που έχει χορηγήσει το δάνειο. Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, η ασφαλιστική εταιρεία εξοφλεί απευθείας το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου προς την τράπεζα.
Αν μετά την εξόφληση προκύψει διαφορά υπέρ των κληρονόμων, το επιπλέον ποσό καταβάλλεται σε αυτούς ή στους δικαιούχους που έχουν οριστεί στο ασφαλιστήριο.
Νομικές και φορολογικές συνέπειες
Το ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο ασφάλειας ζωής δεν θεωρείται φορολογητέο εισόδημα και εξαιρείται από τη διαδικασία κληρονομιάς, εφόσον υπάρχει ρητή αναγραφή δικαιούχου στο συμβόλαιο. Αυτό προβλέπεται τόσο από τη νομοθεσία όσο και από τη σταθερή πρακτική της φορολογικής διοίκησης.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει δικαιούχος, η αποζημίωση θεωρείται τμήμα της κληρονομίας και υπόκειται στους σχετικούς κανόνες και φόρους.
Η σωστή νομική διατύπωση στο ασφαλιστήριο προστατεύει όχι μόνο τους δικαιούχους αλλά και την ίδια τη βούληση του ασφαλισμένου, αποτρέποντας μελλοντικές διαμάχες ή καθυστερήσεις.
Η σημασία της σωστής καθοδήγησης
Η επιλογή δικαιούχου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται επιπόλαια. Είναι μια απόφαση που συνδέεται με τις πιο προσωπικές προτεραιότητες και συχνά απαιτεί συνδυασμό νομικής και ασφαλιστικής καθοδήγησης.
Η συνεργασία με έναν έμπειρο ασφαλιστικό σύμβουλο διασφαλίζει ότι η επιλογή σας είναι νόμιμη, λειτουργική και αποτυπώνεται σωστά στο συμβόλαιο. Μια απλή παράλειψη ή ελλιπής διατύπωση μπορεί να ακυρώσει την πρόθεσή σας και να περιπλέξει τη διαδικασία για τους δικαιούχους σας.
Με λίγα λόγια
Ο δικαιούχος ασφάλειας ζωής είναι το πρόσωπο που επιλέγετε για να λάβει το κεφάλαιο που προβλέπει το συμβόλαιο. Η ύπαρξη ρητού δικαιούχου προσφέρει σαφήνεια, ταχύτητα και φορολογικό πλεονέκτημα. Αντίθετα, η απουσία του οδηγεί τη διαδικασία στην κληρονομική διαδοχή, με τις γνωστές καθυστερήσεις και επιβαρύνσεις.
Η κατανόηση αυτής της διάκρισης και η προσεκτική διαχείριση του ασφαλιστηρίου σας είναι το κλειδί για να διασφαλίσετε ότι η αποζημίωση θα φτάσει εκεί όπου πραγματικά θέλετε.

Ο Ανδρέας Πλυταριάς είναι Ασφαλιστικός Πράκτορας και διαχειριστής της Addvalue Insurance, με συνεχόμενη παρουσία στην ασφαλιστική αγορά από το 1995. Σπούδασε Κοινωνική Εργασία στο ΠΑΔΑ και είναι απόφοιτος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ασφαλιστικών Σπουδών (ΕΙΑΣ), με εξειδικευμένες σπουδές σε Ασφαλίσεις Ζωής & Υγείας, Περιουσίας, Αστικής Ευθύνης, Αμοιβαία Κεφάλαια, Risk Management και Financial Planning. Κατέχει τις διεθνείς πιστοποιήσεις European Insurance Intermediary (EII) και European Certified Financial Adviser (ECFA) από τον EFICERT και είναι μέλος της ΕΕΑΕ. και της HFPA. Προσφέρει ολοκληρωμένες λύσεις ιδιωτικής ασφάλισης και χρηματοοικονομικού σχεδιασμού, με έμφαση στην αξιοπιστία, τη διαφάνεια και τις μακροχρόνιες σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πελάτες του.


