Α
Η ασφάλιση είναι μια συμβατική συμφωνία κατά την οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ασφαλισμένος) καταβάλλει ένα προκαθορισμένο ποσό (ασφάλιστρο) σε μια ασφαλιστική εταιρία, με αντάλλαγμα την παροχή οικονομικής προστασίας απέναντι σε συγκεκριμένους κινδύνους. Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, η ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει να καταβάλει αποζημίωση ή να προσφέρει άλλες συμφωνημένες παροχές, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Σκοπός της ασφάλισης είναι η άμβλυνση των οικονομικών συνεπειών απρόβλεπτων γεγονότων.
Η αίτηση ασφάλισης αποτελεί την επίσημη πρόθεση του ενδιαφερόμενου να συνάψει ασφαλιστική σύμβαση για την κάλυψη συγκεκριμένου κινδύνου. Υποβάλλεται είτε γραπτώς μέσω τυποποιημένου εντύπου είτε ηλεκτρονικά, και περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την αξιολόγηση του κινδύνου από την ασφαλιστική εταιρία. Η υπογραφή της αίτησης σηματοδοτεί τη δήλωση ενδιαφέροντος, ενώ η αποδοχή της από την ασφαλιστική εταιρία οδηγεί στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης.
Η απόρριψη ασφάλισης είναι η άρνηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής εταιρίας να παρέχει κάλυψη για έναν συγκεκριμένο κίνδυνο ή πρόσωπο. Η απόφαση αυτή μπορεί να βασίζεται σε αυξημένο βαθμό κινδύνου, ανεπαρκή ή ψευδή στοιχεία στην αίτηση, προηγούμενο ιστορικό ζημιών ή άλλους λόγους που η εταιρία κρίνει ότι καθιστούν τον υποψήφιο μη ασφαλίσιμο σύμφωνα με την πολιτική ανάληψης κινδύνων.
Το ασφαλιστήριο είναι το νομικό έγγραφο που αποτυπώνει τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας ασφαλιστικής σύμβασης. Εκδίδεται από την ασφαλιστική εταιρία και επιβεβαιώνει την ύπαρξη της κάλυψης, καθορίζοντας με ακρίβεια το ποιος είναι ο ασφαλισμένος, ποιοι κίνδυνοι καλύπτονται, ποια είναι η διάρκεια ισχύος, ποιο είναι το ύψος του ασφαλίστρου και της αποζημίωσης, καθώς και ποιες είναι οι εξαιρέσεις ή ειδικοί όροι. Αποτελεί το βασικό αποδεικτικό μέσο και σημείο αναφοράς σε κάθε απαίτηση ή διαφορά που προκύπτει κατά τη διάρκεια της ασφάλισης.
Η ασφαλιστική εταιρεία είναι η επιχείρηση που παρέχει κάλυψη έναντι συγκεκριμένων κινδύνων, όπως αυτοί περιγράφονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με αντάλλαγμα την καταβολή ασφαλίστρων από τον ασφαλισμένο, η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει αποζημίωση ή άλλη προβλεπόμενη παροχή, σε περίπτωση που επέλθει ζημία, απώλεια ή άλλο ασφαλιστικά καλυπτόμενο γεγονός. Ο ρόλος της είναι να προσφέρει οικονομική προστασία και σταθερότητα στους ασφαλισμένους της, βοηθώντας τους να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες απρόβλεπτων καταστάσεων.
Το χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρία στον ασφαλισμένο ή σε τρίτο δικαιούχο, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σε περίπτωση επέλευσης ενός καλυπτόμενου κινδύνου, όπως ατύχημα, ασθένεια ή υλική ζημιά. Σκοπός της αποζημίωσης είναι να αποκαταστήσει, στο μέτρο του δυνατού, τη χρηματοοικονομική θέση του ασφαλισμένου ώστε να επανέλθει στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν την επέλευση της ζημίας.
Η απολογιστική αποζημίωση αφορά την καταβολή ποσού από την ασφαλιστική εταιρία βάσει των πραγματικών εξόδων που πραγματοποιεί ο ασφαλισμένος για καλυπτόμενες υπηρεσίες ή παροχές. Η καταβολή γίνεται μόνο μετά την προσκόμιση πρωτότυπων παραστατικών (τιμολογίων, αποδείξεων κ.λπ.) και εφόσον τα έξοδα είναι σύμφωνο με τους όρους και τα όρια του ασφαλιστηρίου. Εφαρμόζεται κυρίως σε καλύψεις υγείας ή ταξιδιωτικής βοήθειας.
Προσωπικά αντικείμενα που ανήκουν στον ασφαλισμένο ή για τα οποία είναι υπεύθυνος, και τα οποία μεταφέρει μαζί του στο ταξίδι ή αγοράζει κατά τη διάρκειά του.
Η απαλλαγή είναι το συμφωνημένο ποσό ή ποσοστό της ζημιάς που παραμένει ως οικονομική ευθύνη του ασφαλισμένου και δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρία. Εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης και λειτουργεί ως κατώφλι ενεργοποίησης της ασφαλιστικής κάλυψης. Εφόσον η ζημία υπερβαίνει την απαλλαγή, η εταιρία καλύπτει μόνο το ποσό που υπερβαίνει το συγκεκριμένο όριο. Το ύψος της απαλλαγής καθορίζεται από το είδος της ασφάλισης και αναγράφεται ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Το Ασφαλιζόμενο Ποσό είναι το ανώτατο χρηματικό ποσό για το οποίο παρέχεται κάλυψη από την ασφαλιστική εταιρία και αναγράφεται ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Αντιπροσωπεύει τη μέγιστη υποχρέωση της εταιρίας απέναντι στον ασφαλισμένο ή σε τρίτους δικαιούχους, σε περίπτωση επέλευσης του καλυπτόμενου κινδύνου — είτε αυτό αφορά απώλεια ζωής, υλικές ζημιές, νοσηλείες, κλοπή, ευθύνη προς τρίτους ή άλλες μορφές κάλυψης. Το ποσό αυτό καθορίζεται κατά τη σύναψη του συμβολαίου και επηρεάζει άμεσα το ύψος του ασφαλίστρου και της αποζημίωσης.
Αποζημίωση με βάση την Αξία Αντικατάστασης είναι η αποζημίωση που υπολογίζεται με το ποσό που χρειάζεται για να αντικατασταθεί το ασφαλισμένο αντικείμενο με καινούριο ίδιο ή αντίστοιχων προδιαγραφών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητά του, εφόσον αυτό προβλέπεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Πιο απλά:
αν πάθει ζημιά ένα αντικείμενο, η ασφαλιστική δεν κοιτά μόνο πόσο “παλιό” ήταν, αλλά πόσο κοστίζει σήμερα να το ξαναπάρεις ή να το αντικαταστήσεις.
Σε περίπτωση μερικής ζημιάς που επιδέχεται επισκευή ή αποκατάσταση, η αποζημίωση βασίζεται στο κόστος επαναφοράς του αντικειμένου στην πρότερη κατάστασή του, μείον την αξία της φυσικής φθοράς, της χρήσης, ή άλλων μορφών απαξίωσης (τεχνολογική, εμπορική, κ.λπ.). Η προσέγγιση αυτή λαμβάνει υπόψη τη χρονική παλαιότητα και την πραγματική υπολειμματική αξία των αντικειμένων κατά τον χρόνο της ζημίας.
Η Αξία Αντικατάστασης αντιστοιχεί στο ποσό που απαιτείται για την πλήρη ανακατασκευή, επισκευή ή αντικατάσταση των ασφαλισμένων αντικειμένων με νέα, ίδιου ή παρόμοιου τύπου, προδιαγραφών και απόδοσης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητα, η φθορά ή η απαξίωση των αντικειμένων.
Για τα κτίρια, αφορά το κόστος ανακατασκευής τους με τον ίδιο τρόπο, μέγεθος και εμφάνιση σαν να ήταν ολοκαίνουργια, εξαιρουμένης της εμπορικής αξίας ή της αξίας του οικοπέδου.
Για το περιεχόμενο (όπως εξοπλισμός, επίπλωση, μηχανήματα), αναφέρεται στο κόστος αντικατάστασής τους με καινούργια αντικείμενα ίδιων ή ισοδύναμων προδιαγραφών.
Ο αναλογικός όρος εφαρμόζεται στις αποζημιώσεις όταν η ασφαλισμένη αξία ενός περιουσιακού στοιχείου είναι χαμηλότερη από την πραγματική του αξία. Σε περιπτώσεις υποασφάλισης – για παράδειγμα, όταν ένα ακίνητο ή όχημα έχει ασφαλιστεί μόνο για το 50% της αξίας του – η αποζημίωση καταβάλλεται αναλογικά. Δηλαδή, σε περίπτωση ζημιάς, η αποζημίωση θα καλύπτει μόνο το αντίστοιχο ποσοστό (π.χ. 50%) της ζημιάς που υπέστη το περιουσιακό στοιχείο.
Η ανανέωση αφορά τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης μετά τη λήξη της συμφωνημένης χρονικής διάρκειας. Στην περίπτωση των ετήσιων συμβολαίων, η ανανέωση πραγματοποιείται αυτόματα με τη λήξη της ισχύος τους, εκτός εάν έχει προηγηθεί ακύρωση είτε από την ασφαλιστική εταιρία είτε από τον ασφαλισμένο.
Κατάσταση σωματικής ή διανοητικής βλάβης που περιορίζει – εν μέρει ή πλήρως – την ικανότητα ενός ατόμου να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του, βάσει των προσόντων του, της εκπαίδευσης ή της επαγγελματικής του εμπειρίας.
Αντασφάλιση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας μία ασφαλιστική εταιρία μεταβιβάζει μέρος των κινδύνων που αναλαμβάνει σε εξειδικευμένη αντασφαλιστική εταιρία. Σε αυτήν τη σχέση, η ασφαλιστική εταιρία λειτουργεί ως πελάτης και η αντασφαλιστική αναλαμβάνει μέρος της ευθύνης για την ασφαλιστική κάλυψη που έχει προσφερθεί στους ασφαλισμένους. Οι αντασφαλιστικές εταιρίες καλύπτουν αποκλειστικά ασφαλιστικές επιχειρήσεις και όχι ιδιώτες. Σύμφωνα με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ, «αντασφαλιστική επιχείρηση» είναι κάθε επιχείρηση – εκτός των ασφαλιστικών – της οποίας κύρια δραστηριότητα είναι η ανάληψη κινδύνων που έχουν ασφαλιστεί από ασφαλιστικές ή άλλες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ο σκοπός της αντασφάλισης είναι η διασπορά του ασφαλιστικού κινδύνου.
Περιλαμβάνονται αντικείμενα όπως έπιπλα, εξοπλισμός, εμπορεύματα, πρώτες ύλες, μηχανήματα και εργαλεία που βρίσκονται σε ανοικτούς χώρους ή υπόστεγα. Περιλαμβάνονται επίσης διαφημιστικές πινακίδες, φωτεινές επιγραφές, ιστοί, πύργοι, αντένες (δορυφορικές και άλλες), υποσταθμοί ηλεκτρικής ή μηχανικής ενέργειας, καθώς και άλλα μόνιμα εξωτερικά εξαρτήματα και εγκαταστάσεις, όπως και κινητά αντικείμενα που βρίσκονται σε εξωτερικούς χώρους και σας ανήκουν.
Η αξία που αποκτά ένα ασφαλιστήριο ζωής όταν διακόπτεται η καταβολή ασφαλίστρων αλλά διατηρείται ενεργό με μειωμένη κάλυψη. Το ασφαλιστήριο μετατρέπεται σε ελεύθερης μορφής (μη ανανεούμενο ή χωρίς επιπλέον πληρωμές), και η αξία αυτή αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο ασφαλιστικό κεφάλαιο που εξακολουθεί να παρέχεται, βασισμένο στις καταβληθείσες εισφορές και τον χρόνο διάρκειας του συμβολαίου.
Το χρηματικό ποσό που είναι διαθέσιμο στον συμβαλλόμενο σε περίπτωση που επιλέξει να ακυρώσει πρόωρα ένα συμβόλαιο ζωής ή επενδυτικού χαρακτήρα. Η αξία εξαγοράς εξαρτάται από το είδος του συμβολαίου, τη διάρκειά του, τα καταβληθέντα ασφάλιστρα και τυχόν χρεώσεις ή κρατήσεις. Δεν είναι άμεσα διαθέσιμη από την έναρξη του συμβολαίου αποκτάται σταδιακά και υπό προϋποθέσεις.
Μορφή ασφάλισης ζωής κατά την οποία το ασφαλιζόμενο κεφάλαιο καταβάλλεται στον ασφαλισμένο, εφόσον επιβιώνει μέχρι τη λήξη του συμβολαίου. Αποτελεί δημοφιλή επιλογή για μακροπρόθεσμο οικονομικό προγραμματισμό, με στόχο τη δημιουργία αποταμιευτικού κεφαλαίου ή τη συμπλήρωση συνταξιοδοτικού εισοδήματος.
Τύπος ασφάλισης ζωής κατά τον οποίο το συμφωνημένο κεφάλαιο καταβάλλεται στους δικαιούχους του ασφαλισμένου σε περίπτωση θανάτου του κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου. Προσφέρει οικονομική προστασία και στήριξη στους οικείους του ασφαλισμένου, καλύπτοντας ανάγκες όπως έξοδα διαβίωσης, αποπληρωμή δανείων ή άλλες οικονομικές υποχρεώσεις.
Αποζημίωση που καταβάλλεται σε περίπτωση ζημίας στο ασφαλισμένο ακίνητο, η οποία οδηγεί σε μερική ή πλήρη διακοπή της μισθωτικής δραστηριότητας. Η κάλυψη παρέχεται είτε στον ιδιοκτήτη που χάνει εισόδημα από ενοίκιο είτε στον ενοικιαστή που υποχρεώνεται να μετακινηθεί, και ισχύει εφόσον τεκμηριώνεται με νόμιμα μισθωτήρια συμβόλαια και αποδείξεις καταβολής ενοικίων. Το ποσό που καταβάλλεται αντιστοιχεί στο ενοίκιο που θα είχε καταβληθεί ή εισπραχθεί κατά τη διάρκεια αδυναμίας χρήσης του ακινήτου.
Η μόνιμη απώλεια ή η πλήρης και οριστική απώλεια λειτουργίας χεριού, βραχίονα, ποδιού ή πέλματος, όπως ορίζεται στους όρους του ασφαλιστηρίου.
Η μόνιμη και ολική απώλεια όρασης στο ένα ή και στα δύο μάτια, σύμφωνα με ιατρικά κριτήρια που προβλέπονται στο ασφαλιστήριο.
Η ασφαλιστική κάλυψη που παρέχει προστασία στον ασφαλισμένο έναντι αξιώσεων αποζημίωσης από τρίτους, λόγω σωματικών βλαβών, υλικών ζημιών ή άλλων θεμιτών απαιτήσεων που προέκυψαν από πράξεις ή παραλείψεις του ασφαλισμένου. Η ασφαλιστική εταιρεία καλύπτει τόσο τις δαπάνες υπεράσπισης όσο και την αποζημίωση, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι συχνά υποχρεωτική για επαγγελματικές ή επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Η ασφάλιση ζωής αποτελεί ευρεία κατηγορία ασφαλιστικών καλύψεων που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ασφάλιση ζωής, υγείας, αποταμίευσης, συνταξιοδότησης, προσωπικών ατυχημάτων και απώλειας εισοδήματος. Πρόκειται για σύμβαση μεταξύ του ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας, βάσει της οποίας ο ασφαλισμένος καταβάλλει ασφάλιστρα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, και σε αντάλλαγμα η εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνηθέν κεφάλαιο είτε στον ίδιο, είτε στους δικαιούχους του, ανάλογα με τους όρους του συμβολαίου – κατά τη λήξη του ή σε περίπτωση θανάτου.
Ασφαλιστική κάλυψη που παρέχει στον ασφαλισμένο περιοδικό χρηματικό επίδομα, σε περίπτωση που λόγω ασθένειας ή ατυχήματος καταστεί προσωρινά ή μόνιμα ανίκανος να εργαστεί. Στόχος της κάλυψης είναι η διατήρηση ενός σταθερού επιπέδου εισοδήματος κατά την περίοδο αδυναμίας παραγωγικής δραστηριότητας.
Το όχημα που αναγράφεται ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και καλύπτεται έναντι των κινδύνων που προβλέπονται στους όρους της ασφάλισης. Οι καλύψεις αφορούν συνήθως αστική ευθύνη, υλικές ζημιές, κλοπή, πυρκαγιά και φυσικά φαινόμενα, ανάλογα με το επιλεγμένο πρόγραμμα.
Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, όπως αυτό αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Είναι το πρόσωπο που προστατεύεται έναντι των κινδύνων που καλύπτει η σύμβαση και το οποίο δικαιούται τις προβλεπόμενες παροχές ή αποζημιώσεις. Ο ασφαλισμένος μπορεί να ταυτίζεται με τον αντισυμβαλλόμενο (αυτόν που πληρώνει τα ασφάλιστρα), αλλά όχι υποχρεωτικά.
Η εκτιμώμενη πραγματική αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου ή αγαθού τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η ασφαλιστική αξία αφορά κυρίως τις ασφαλίσεις περιουσίας και καθορίζεται με βάση την αντικειμενική ή εμπορική του αξία, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η παλαιότητα, η υποτίμηση και η γενικότερη οικονομική του κατάσταση.
Η ηλικία του ασφαλισμένου κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του συμβολαίου. Υπολογίζεται σύμφωνα με την πρακτική της ασφαλιστικής εταιρίας και αποτελεί βασικό κριτήριο για τον προσδιορισμό του ασφαλίστρου και της αποδοχής ή μη του κινδύνου.
Η δωδεκάμηνη περίοδος που ξεκινά από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων, των παροχών και των ανανεώσεων της κάλυψης.
Η νομικά αναγνωρισμένη οικονομική σχέση που έχει ένα πρόσωπο με το ασφαλιζόμενο αγαθό ή πρόσωπο. Το ασφαλιστικό συμφέρον αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της ασφάλισης και μπορεί να προκύπτει από κυριότητα, επικαρπία, ενοικίαση ή άλλο νόμιμο δικαίωμα.
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ του πελάτη και της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής εταιρείας, με σκοπό τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων. Οφείλει να είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα της αρμόδιας εποπτικής αρχής και να διαθέτει τις απαιτούμενες επαγγελματικές γνώσεις, πιστοποιήσεις, και κάλυψη επαγγελματικής αστικής ευθύνης.
Οι βασικές κατηγορίες διαμεσολαβητών είναι:
• Ασφαλιστικός Πράκτορας: Λειτουργεί για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών εταιριών και μπορεί να υπογράφει ή προσυπογράφει ασφαλιστήρια.
• Μεσίτης Ασφαλίσεων: Ενεργεί για λογαριασμό του πελάτη και όχι των εταιριών, με σκοπό να βρει και να διαπραγματευτεί την καταλληλότερη ασφαλιστική λύση στην αγορά.
Ο ασφαλιστικός κίνδυνος είναι το ενδεχόμενο να συμβεί ένα τυχαίο, αβέβαιο και ζημιογόνο γεγονός, το οποίο μπορεί να προκαλέσει οικονομική απώλεια, σωματική βλάβη ή άλλη αναστάτωση, και για το οποίο παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη. Η πραγματοποίησή του ενεργοποιεί την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει αποζημίωση, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Ο όρος “ασφαλιστικός κίνδυνος” χρησιμοποιείται σε τρεις κύριες έννοιες:
• Ως αντικείμενο ασφάλισης – το πρόσωπο ή το αγαθό που ασφαλίζεται (π.χ. ακίνητο, όχημα, άτομο).
• Ως πιθανότητα ζημιάς – η αβεβαιότητα σχετικά με το εάν και πότε θα επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.
• Ως ίδιο το γεγονός – η υλοποίηση του κινδύνου που προκαλεί ζημία και καλύπτεται από το ασφαλιστήριο.
Ο ασφαλιστικός κίνδυνος πρέπει να είναι στατιστικά προσδιορίσιμος, οικονομικά μετρήσιμος, και να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του ασφαλισμένου, ώστε να θεωρείται ασφαλίσιμος.
Το ασφάλιστρο είναι το χρηματικό ποσό που καταβάλλει ο ασφαλισμένος ή ο αντισυμβαλλόμενος στην ασφαλιστική εταιρεία, ως αντάλλαγμα για την παροχή ασφαλιστικής προστασίας. Υπολογίζεται βάσει διαφόρων παραγόντων, όπως το είδος και η διάρκεια της κάλυψης, το ασφαλιζόμενο ποσό, η ηλικία ή το ιστορικό ζημιών του ασφαλισμένου και η στατιστική πιθανότητα επέλευσης του κινδύνο
Ασφαλιστική κάλυψη που καλύπτει έξοδα νοσηλείας του ασφαλισμένου σε ιδιωτικά ή δημόσια νοσοκομεία. Η κάλυψη αφορά συνήθως έξοδα δωματίου, ιατρικών πράξεων, φαρμάκων και χειρουργικών επεμβάσεων, έως του ορίου που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο και για καθορισμένη χρονική περίοδο.
Ειδική μορφή ασφάλισης ζωής που έχει στόχο τη δημιουργία κεφαλαίου το οποίο θα διατεθεί για τις σπουδές ενός παιδιού. Ο συμβαλλόμενος (συνήθως ο γονέας) καταβάλλει ασφάλιστρα σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε στη λήξη του συμβολαίου να εξασφαλιστεί η οικονομική υποστήριξη για την εκπαιδευτική πορεία του παιδιού.
Κατηγορία ασφαλιστικών καλύψεων που αφορά φυσικά πρόσωπα και αποσκοπεί στην οικονομική προστασία τους ή των οικογενειών τους, έναντι απρόβλεπτων γεγονότων όπως ασθένεια, ατύχημα, απώλεια εισοδήματος ή θάνατος. Περιλαμβάνει προϊόντα όπως ασφάλιση ζωής, υγείας, ατυχημάτων και συνταξιοδοτικά προγράμματα.
Η ασφάλιση κάθε τύπου οχήματος, η οποία περιλαμβάνει υποχρεωτικές καλύψεις (όπως αστική ευθύνη έναντι τρίτων) και προαιρετικές καλύψεις (όπως ίδιες ζημιές, πυρκαγιά, κλοπή, φυσικά φαινόμενα, οδική βοήθεια). Το είδος και η έκταση των καλύψεων καθορίζονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και σχετίζονται με τη χρήση και τα χαρακτηριστικά του οχήματος.
Κάθε αιφνίδιο, βίαιο, εξωτερικό και ορατό γεγονός που προκαλεί σωματική βλάβη στον ασφαλισμένο, ανεξάρτητα από τη θέλησή του. Δεν σχετίζεται με προϋπάρχουσες παθήσεις ή ασθένειες και αποτελεί καλυπτόμενο περιστατικό σε ασφαλιστήρια προσωπικών ατυχημάτων.
Κάθε μεμονωμένο γεγονός ή σειρά γεγονότων με κοινή αιτία, το οποίο συνεπάγεται την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής κάλυψης, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Η επέλευσή του δημιουργεί την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει αποζημίωση στον ασφαλισμένο ή σε τρίτο δικαιούχο.
Η νομική συμφωνία μεταξύ του ασφαλισμένου (ή αντισυμβαλλομένου) και της ασφαλιστικής εταιρίας, βάσει της οποίας ο πρώτος καταβάλλει ασφάλιστρα και η δεύτερη αναλαμβάνει να προσφέρει κάλυψη για συγκεκριμένους κινδύνους. Η ασφαλιστική σύμβαση κατοχυρώνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και των δύο μερών και επικυρώνεται μέσω του ασφαλιστηρίου συμβολαίου
Το ανώτατο χρηματικό ποσό μέχρι το οποίο δεσμεύεται να αποζημιώσει η ασφαλιστική εταιρεία σε περίπτωση επέλευσης καλυπτόμενου κινδύνου. Το ποσό αυτό μπορεί να αφορά μία ή περισσότερες ασφαλιστικές περιπτώσεις και αναγράφεται αναλυτικά στον πίνακα καλύψεων του ασφαλιστηρίου.
Το ποσό που έχει συμφωνηθεί ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης και αντιπροσωπεύει τη μέγιστη οικονομική ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας για κάθε κάλυψη. Αναγράφεται ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και μπορεί να ισχύει είτε ανά ζημία είτε συνολικά για τη διάρκεια της ασφάλισης.
Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι το επίσημο έγγραφο που αποδεικνύει τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας. Περιγράφει αναλυτικά τους κινδύνους που καλύπτονται, το ασφαλιζόμενο ποσό, τη διάρκεια της κάλυψης, τα ασφάλιστρα, καθώς και τους γενικούς και ειδικούς όρους της ασφάλισης.
Το ασφαλιστήριο φέρει την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας και μπορεί να περιλαμβάνει κύριο σώμα, πίνακα καλύψεων, πρόσθετες πράξεις ή παραρτήματα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του. Αποτελεί το νομικό πλαίσιο που διέπει τη σχέση μεταξύ των δύο μερών και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.
Η ακύρωση ασφάλειας αυτοκινήτου είναι η πρόωρη διακοπή ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου πριν από την ημερομηνία λήξης του. Μπορεί να γίνει για διάφορους λόγους, όπως η μεταβίβαση του οχήματος σε νέο ιδιοκτήτη, ή μη χρήση του οχήματος ή η αλλαγή ασφαλιστικής εταιρείας. Σε περίπτωση ακύρωσης, ο πελάτης μπορεί να δικαιούται επιστροφή μέρους των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου.
Η αναπροσαρμογή ασφαλίστρων είναι η περιοδική, συνήθως ετήσια, αναθεώρηση του ποσού που καταβάλλεται για την ασφάλιση. Το ύψος του ασφαλίστρου επηρεάζεται από παράγοντες όπως τα χαρακτηριστικά του ασφαλισμένου, η αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου, η πορεία ζημιών της αγοράς, καθώς και αλλαγές στο νομικό ή οικονομικό περιβάλλον.
Η ενημέρωση της ασφαλιστικής εταιρείας για ένα ατύχημα, βλάβη ή άλλο περιστατικό που μπορεί να οδηγήσει σε αποζημίωση.
Ανασφάλιστο θεωρείται κάθε όχημα που κυκλοφορεί χωρίς ενεργό και έγκυρη ασφάλιση αστικής ευθύνης. Η κυκλοφορία ανασφάλιστου οχήματος απαγορεύεται από τον νόμο και επιφέρει πρόστιμα, αφαίρεση πινακίδων και άλλες νομικές κυρώσεις.
Η αντικατάσταση αυτοκινήτου είναι παροχή που προσφέρεται από την ασφαλιστική εταιρεία όταν το ασφαλισμένο όχημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί λόγω ζημιάς ή κλοπής. Στις περιπτώσεις αυτές, παρέχεται προσωρινό όχημα ώστε ο ασφαλισμένος να διατηρήσει τη μετακίνησή του έως την αποκατάσταση του αρχικού οχήματος.
Η αντικειμενική αξία ενός ακινήτου είναι η αξία που καθορίζεται από το κράτος βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, όπως η τιμή ζώνης, τα τετραγωνικά μέτρα, ο όροφος και η παλαιότητα. Χρησιμοποιείται κυρίως για φορολογικούς σκοπούς και δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα την εμπορική αξία του ακινήτου.
Αντικείμενο ασφάλισης είναι το φυσικό ή νομικό αγαθό ή πρόσωπο που καλύπτεται από ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Μπορεί να είναι για παράδειγμα ένα αυτοκίνητο, μια κατοικία ή η ζωή ενός ατόμου.
Ο αντισυμβαλλόμενος είναι το πρόσωπο που συνάπτει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την ασφαλιστική εταιρεία και είναι υπεύθυνο για την καταβολή των ασφαλίστρων. Μπορεί να είναι διαφορετικό από τον ασφαλισμένο και να ενεργεί για λογαριασμό του.
Η απαλλαγή είναι το ποσό που επιβαρύνει τον ασφαλισμένο σε περίπτωση ζημιάς, πριν ξεκινήσει η συμμετοχή της ασφαλιστικής εταιρείας στην αποζημίωση. Ορίζεται στους όρους του συμβολαίου και εφαρμόζεται κυρίως σε προαιρετικές καλύψεις.
Αρνητική δήλωση ατυχήματος είναι η άρνηση του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού να παραδεχτεί την υπαιτιότητα ή να υπογράψει φιλική δήλωση μετά από τροχαίο. Συνήθως απαιτείται επιπλέον τεκμηρίωση του περιστατικού.
Η άρση ακινησίας είναι η διαδικασία επανενεργοποίησης της κυκλοφορίας ενός οχήματος για το οποίο είχαν κατατεθεί πινακίδες λόγω ακινησίας. Περιλαμβάνει την καταβολή τελών και την ασφάλιση του οχήματος.
Ασφάλεια κλοπής καλύπτει την απώλεια ή μερική κλοπή του αυτοκινήτου από τρίτους χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη. Είναι προαιρετική κάλυψη και συνδυάζεται συχνά με ασφάλεια πυρός.
Ασφάλεια κλοπής μηχανής καλύπτει την ολική ή μερική αφαίρεση της μοτοσυκλέτας ή εξαρτημάτων της από τρίτους. Είναι επίσης προαιρετική κάλυψη και απευθύνεται κυρίως σε νέες ή υψηλής αξίας μηχανές.
Η ασφάλεια περιεχομένου σπιτιού καλύπτει ζημιές ή απώλειες σε κινητά αντικείμενα της κατοικίας, όπως έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, ρούχα και άλλα προσωπικά αντικείμενα, από κινδύνους όπως φωτιά, πλημμύρα, διάρρηξη κ.λπ.
Η ασφάλεια πυρός αυτοκινήτου καλύπτει υλικές ζημιές στο όχημα λόγω φωτιάς, έκρηξης ή βραχυκυκλώματος. Ενδείκνυται σε περιπτώσεις που το όχημα έχει αυξημένη αξία ή σταθμεύει συχνά σε μη ελεγχόμενους χώρους.
Η ασφάλεια πυρός καλύπτει ζημιές στην κατοικία ή και το περιεχόμενό της που προκαλούνται από φωτιά, κεραυνό ή έκρηξη. Παρέχει σημαντική οικονομική προστασία για ιδιοκτήτες και ενοικιαστές.
Η ασφάλεια πυρός μηχανής προσφέρει κάλυψη για ζημιές από φωτιά ή έκρηξη που προξενούνται στη μοτοσυκλέτα. Είναι συνήθως προαιρετική και ενδείκνυται για ακριβά ή καινούρια δίκυκλα.
Η ασφάλεια σεισμού καλύπτει υλικές ζημιές σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους από σεισμική δραστηριότητα ή παρόμοια φαινόμενα όπως καθιζήσεις και κατολισθήσεις. Δεν περιλαμβάνεται συνήθως στις βασικές καλύψεις και παρέχεται προαιρετικά.
Η ασφάλεια από πλημμύρα καλύπτει υλικές ζημιές από εισροή νερού λόγω έντονων καιρικών φαινομένων, υπερχείλισης φρεατίων ή άλλων αιτιών. Αφορά τόσο την κατοικία όσο και το περιεχόμενό της.
Η ασφαλιζόμενη αξία είναι το ποσό στο οποίο έχει συμφωνηθεί να αποζημιωθεί ο ιδιοκτήτης του οχήματος σε περίπτωση ολικής ζημιάς ή κλοπής. Αντικατοπτρίζει τη μέγιστη οικονομική ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας.
Το ασφαλιζόμενο κεφάλαιο είναι το ανώτατο ποσό που προβλέπεται να καταβάλει η ασφαλιστική εταιρεία σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Προσδιορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και επηρεάζει το ύψος των ασφαλίστρων.
Ασφαλιστική κάλυψη είναι η προστασία που παρέχεται στον ασφαλισμένο από ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Περιλαμβάνει τους κινδύνους για τους οποίους έχει συμφωνηθεί κάλυψη, τα όρια αποζημίωσης, τυχόν απαλλαγές και εξαιρέσεις.
Ο ασφαλιστής είναι η εταιρεία που αναλαμβάνει την ευθύνη να καταβάλει αποζημίωση σε περίπτωση επέλευσης καλυπτόμενου κινδύνου. Ο ασφαλιστικός πράκτορας είναι εξουσιοδοτημένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μεσολαβεί για την παροχή ασφαλιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, καθοδηγώντας τον πελάτη στη σωστή επιλογή ασφαλιστικής κάλυψης.
Β
Η βάση ασφάλισης είναι το σύνολο των προϋποθέσεων ή γεγονότων που πρέπει να πληρούνται ώστε να ενεργοποιηθεί η ασφαλιστική κάλυψη και να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης. Ουσιαστικά, προσδιορίζει το “πότε” και “πώς” η επέλευση ενός κινδύνου θεωρείται καλυπτόμενη από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Η βάση ασφάλισης διαφέρει ανάλογα με το είδος της ασφάλισης. Για παράδειγμα:
• Στις ασφαλίσεις ζημιών, μπορεί να βασίζεται στην ημερομηνία επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος (occurrence-based).
• Σε άλλες περιπτώσεις, στην ημερομηνία υποβολής της απαίτησης (claims-made).
• Σε ασφαλίσεις ζωής, η βάση είναι συνήθως η επιβίωση ή ο θάνατος κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου.
Η σωστή κατανόηση της βάσης ασφάλισης είναι κρίσιμη, καθώς επηρεάζει άμεσα το αν και πότε θα υπάρξει υποχρέωση αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία.
Η βασική ασφάλεια αυτοκινήτου είναι η υποχρεωτική μορφή ασφάλισης που προβλέπεται από τον νόμο και καλύπτει μόνο την αστική ευθύνη του οδηγού προς τρίτους. Δηλαδή, σε περίπτωση που προκληθεί ζημιά σε άλλο όχημα ή σε πρόσωπα εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος για το οποίο είσαι υπαίτιος, η ασφαλιστική εταιρία καλύπτει τα έξοδα αποζημίωσης των ζημιωθέντων. Δεν καλύπτονται ζημιές στο δικό σου όχημα ούτε προσωπικές ζημίες του ιδιοκτήτη.
Έγγραφο που αποδεικνύει ότι υπάρχει ενεργή ασφαλιστική κάλυψη για πρόσωπο, όχημα, κατοικία ή άλλο ασφαλισμένο αντικείμενο.
Το Bonus Malus είναι ένα σύστημα αξιολόγησης που επηρεάζει το ύψος των ασφαλίστρων σου με βάση το ιστορικό οδήγησής σου.
Εάν δεν έχεις προκαλέσει ζημιές ή ατυχήματα κατά τη διάρκεια ασφάλισης, δικαιούσαι έκπτωση στα ασφάλιστρα (Bonus). Αντίθετα, σε περίπτωση που έχεις προκαλέσει ατύχημα, τα ασφάλιστρά σου μπορεί να αυξηθούν (Malus). Το σύστημα αυτό αντικατοπτρίζει την τάση του ασφαλισμένου να προκαλεί ζημιές και ενθαρρύνει την υπεύθυνη οδήγηση.
Γ
Οι γενικές ασφαλίσεις αποτελούν ευρεία κατηγορία ασφαλιστικών προϊόντων που καλύπτουν περιουσιακά στοιχεία, επιχειρηματικές δραστηριότητες και ευθύνες τρίτων. Περιλαμβάνουν ασφαλίσεις περιουσίας (όπως ακίνητη περιουσία, εξοπλισμό και επιχειρηματικά περιουσιακά στοιχεία), ασφαλίσεις αυτοκινήτου, αστικής ευθύνης, επαγγελματικής ευθύνης, τεχνικών έργων, μεταφερομένων εμπορευμάτων κ.ά. Σε αντίθεση με τις ασφαλίσεις του κλάδου ζωής, οι γενικές ασφαλίσεις εστιάζουν σε κινδύνους που σχετίζονται με ζημίες, απώλειες ή ευθύνες έναντι τρίτων και όχι σε ζωή ή υγεία προσώπων.
Οι γενικές εξαιρέσεις είναι οι περιπτώσεις, γεγονότα ή περιστάσεις που, αν και μπορεί να προκαλέσουν ζημία, δεν καλύπτονται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Αυτές μπορεί να αναφέρονται ρητά στο σώμα του συμβολαίου ή στους ειδικούς όρους, και αποσαφηνίζουν τα όρια της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας, προστατεύοντας την από την ανάληψη κινδύνων που δεν είχαν συμφωνηθεί.
Η γενική αβαρία είναι ζημία ή απώλεια που προκαλείται επίτηδες από τον πλοίαρχο ή άλλο υπεύθυνο του πλοίου με σκοπό τη διάσωση του πλοίου και των φορτίων του από άμεσο και σοβαρό κίνδυνο. Σε τέτοια περίπτωση, η ζημία ή το κόστος διαμοιράζεται ανάλογα μεταξύ όλων των πλευρών των οποίων τα συμφέροντα διασώζονται, σύμφωνα με τους ναυτιλιακούς κανόνες.
Η γενική αστική ευθύνη είναι ασφαλιστική κάλυψη που προστατεύει έναν ασφαλισμένο από απαιτήσεις τρίτων για ζημίες που προκλήθηκαν από απώλεια ζωής, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες. Η ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει τις νομικές και αποζημιωτικές υποχρεώσεις που μπορούν να προκύψουν από τέτοιες αξιώσεις, σύμφωνα με τα όρια και τους όρους του συμβολαίου.
Οι γενικοί όροι είναι τυποποιημένοι κανόνες και ρήτρες που ισχύουν για ευρύτερη κατηγορία ασφαλιστηρίων και καθορίζουν βασικές αρχές, δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ ασφαλισμένων και εταιριών. Δεν αφορούν ένα μεμονωμένο συμβόλαιο, αλλά εφαρμόζονται σε πολλαπλές συμβάσεις και συχνά περιλαμβάνουν γενικές διατάξεις νόμου που κωδικοποιούνται και προδιαγράφονται για μελλοντική χρήση.
Οι χώρες ή οι περιοχές στις οποίες ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου.
Το Γραφείο Διακανονισμού είναι η υπηρεσία ή ο φορέας στη χώρα όπου συνέβη ένα τροχαίο ατύχημα, ο οποίος αναλαμβάνει τον πλήρη χειρισμό της ζημίας όταν το όχημα είναι καλυμμένο από έγκυρη Πράσινη Κάρτα ή έχει πινακίδα κυκλοφορίας κράτους μέλους του ΕΟΧ. Λειτουργεί ως ασφαλιστική εταιρία στην πράξη: λαμβάνει αναφορές ατυχημάτων, διεκπεραιώνει αιτήσεις, χειρίζεται νομικές διαδικασίες και καταβάλει αποζημιώσεις εκ μέρους του αρχικού ασφαλιστή, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων.
Τα Γραφεία Διεθνούς Ασφάλισης και οι εταιρίες-μέλη τους αποτελούν τη βάση του διεθνούς συστήματος Πράσινης Κάρτας για την ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτων. Χορηγούν τις Πράσινες Κάρτες, διασφαλίζουν ότι υπάρχει υποχρεωτική κάλυψη σε περίπτωση ατυχήματος στο εξωτερικό και εγγυώνται ότι οι ζημιωθέντες τρίτοι θα λάβουν δίκαιη αποζημίωση σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας του ατυχήματος. Η ύπαρξη της Πράσινης Κάρτας επιταχύνει την αναγνώριση και καταβολή αποζημιώσεων στο εξωτερικό.
Το Γραφείο Πληρωμών είναι η οντότητα που χειρίζεται την έκδοση και την εγγύηση των Πράσινων Καρτών στις χώρες μέλη του συστήματος. Εξασφαλίζει ότι κάθε ασφαλιζόμενος καλύπτεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της χώρας του ατυχήματος, ακόμη και στην περίπτωση που ο αρχικός ασφαλιστής δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Σε αυτήν την περίπτωση, το Γραφείο Πληρωμών εγγυάται την πληρωμή των απαιτούμενων αποζημιώσεων.
Η γονική παροχή είναι η δωρεάν μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από έναν γονέα προς το παιδί του, όπως χρήματα ή ακίνητη περιουσία. Υπό προϋποθέσεις και σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία, αυτή η μεταβίβαση μπορεί να απολαμβάνει φορολογική απαλλαγή ή μειωμένη φορολόγηση, ενισχύοντας τον οικογενειακό οικονομικό προγραμματισμό.
Δ
Όταν ένα ασφαλιστήριο ζωής έχει αποκτήσει αξία εξαγοράς, ο ασφαλισμένος έχει τη δυνατότητα να λάβει δάνειο με εγγύηση την ίδια την αξία εξαγοράς του συμβολαίου. Το δάνειο αυτό μπορεί να χορηγηθεί συνήθως μετά την τρίτη χρονιά ισχύος του συμβολαίου, εφόσον το συμβόλαιο έχει αξία επαρκή να καλύψει τη δανειακή υποχρέωση. Σε περίπτωση λύσης ή λήξης του συμβολαίου για οποιονδήποτε λόγο, το εκκρεμές υπόλοιπο του δανείου και οι τόκοι παρακρατούνται από το ποσό εξαγοράς ή από οποιαδήποτε παροχή καλύπτει το συμβόλαιο.
Η επίσημη καταγραφή ενός περιστατικού προς την ασφαλιστική εταιρεία, με σκοπό την εξέταση και πιθανή αποζημίωση της ζημιάς.
Ο δεσμευτικός όρος είναι πρόβλεψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την οποία πρέπει να συμμορφώνεται πλήρως ο ασφαλισμένος. Η μη τήρηση ή παράβαση ενός δεσμευτικού όρου μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια του δικαιώματος για αποζημίωση, καθώς θεωρείται ότι μεταβάλλει ουσιωδώς τον κίνδυνο που έχει αναληφθεί από την ασφαλιστική εταιρία.
Ο διακανονιστής είναι το αρμόδιο πρόσωπο – είτε αυτός ανήκει στην ασφαλιστική εταιρία είτε σε συνεργαζόμενο φορέα – που χειρίζεται τη διαδικασία εκτίμησης και καταβολής της αποζημίωσης στον ασφαλισμένο ή στον δικαιούχο. Ο ρόλος του περιλαμβάνει τη λήψη αιτήσεων, τον έλεγχο των παραστατικών και τη διασφάλιση ότι η αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ισχύει το ασφαλιστήριο και παρέχει κάλυψη, εφόσον τηρούνται οι όροι της σύμβασης.
Ως διαχείριση κινδύνων ορίζεται η συστηματική διαδικασία ταυτοποίησης, εκτίμησης και αντιμετώπισης των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ένα άτομο, μια οικογένεια, μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός. Στόχος είναι η μείωση των αρνητικών συνεπειών από απρόβλεπτα γεγονότα, είτε μέσω πρόληψης, είτε μέσω μεταφοράς του κινδύνου (π.χ. με ασφάλιση), είτε με άλλα μέσα.
Ο δικαιούχος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει δικαίωμα να εισπράξει την αποζημίωση ή το ασφαλιζόμενο ποσό όταν επέλθει ασφαλιστικό γεγονός, όπως ορίζει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Στις ασφαλίσεις ζωής, συνήθως ορίζεται από τον ασφαλισμένο και μπορεί να είναι, για παράδειγμα, σύζυγος, τέκνα ή άλλη εξαρτώμενη σχέση. Ο δικαιούχος λαμβάνει την παροχή ανεξάρτητα από το ποιος πλήρωνε τα ασφάλιστρα, εφόσον αυτό προβλέπεται στο συμβόλαιο.
Το δικαίωμα εναντίωσης είναι η δυνατότητα που έχει ο αντισυμβαλλόμενος (πελάτης) να ακυρώσει ή να αμφισβητήσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, εάν οι όροι του διαφέρουν από την αρχική αίτηση ασφάλισης ή εάν δεν παρέλαβε εγκαίρως τους όρους ή το Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος πρέπει να γίνει μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία παραλαβής του ασφαλιστηρίου και έχει ως συνέπεια την ακύρωση της σύμβασης από την αρχική της ισχύ.
Το δικαίωμα συμβολαίου είναι το χαράτσι ή τέλος έκδοσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο εισπράττεται μαζί με το ασφάλιστρο και καλύπτει τα διοικητικά έξοδα έκδοσης και διαχείρισης του συμβολαίου.
Το δικαίωμα υπαναχώρησης δίνει στον πελάτη τη δυνατότητα, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, να ακυρώσει χωρίς λόγο ή δικαιολογία τη σύμβαση (π.χ. επειδή άλλαξε γνώμη). Η υπαναχώρηση επιστρέφει στον ασφαλισμένο το ποσό που κατέβαλε, σύμφωνα με τους όρους και τις προθεσμίες που προβλέπει η νομοθεσία και το συμβόλαιο.
Η διπλή ή πολλαπλή ασφάλιση προκύπτει όταν το ίδιο ασφαλιστικό συμφέρον καλύπτεται για τον ίδιο κίνδυνο και την ίδια χρονική περίοδο από περισσότερους του ενός ασφαλιστές. Όταν τα συνολικά ασφαλιστικά ποσά υπερβαίνουν την ασφαλιστική αξία του αγαθού, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει υπεράσπιση, αλλά δεν επιτρέπεται υπερβολική αποζημίωση: σε τέτοιες περιπτώσεις η αποζημίωση ανά ασφαλιστή μειώνεται αναλογικά, ώστε το συνολικό ποσό να μην υπερβαίνει την πραγματική αξία.
Ε
Κάθε πρόσωπο που εργάζεται για τον ασφαλισμένο με σχέση εργασίας, παροχής υπηρεσιών ή εκπαίδευσης.
Οι ειδικοί όροι αποτελούν προσαρμοσμένες ρήτρες που συμφωνούνται ξεχωριστά μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου για μία συγκεκριμένη ασφάλιση. Σε αντίθεση με τους γενικούς όρους, οι ειδικοί όροι λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες μιας συγκεκριμένης κάλυψης και μπορούν να την τροποποιούν ή να επεκτείνουν τον τρόπο εφαρμογής της. Παρότι έχουν ισχύ μόνο για το συγκεκριμένο ασφαλιστήριο, η νομική τους ισχύς είναι ισοδύναμη με αυτή των γενικών όρων και υπερισχύουν όταν υπάρχει αντίφαση.
Η ειδοποίηση απαίτησης είναι η υποχρέωση που έχει ο ασφαλισμένος να ενημερώσει άμεσα την ασφαλιστική εταιρεία όταν συμβεί ένα καλυπτόμενο περιστατικό (π.χ. ζημία, απώλεια ή ατύχημα). Η ειδοποίηση πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατόν και, το αργότερο, εντός χρονικού διαστήματος που ορίζει το ασφαλιστήριο (συνήθως 15 ημέρες από την επέλευση της ζημιάς). Η γραπτή απαίτηση πρέπει να περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες και αποδεικτικά στοιχεία.
Η υποχρέωση αποζημίωσης για σωματικές βλάβες ή υλικές ζημιές που προκαλούνται σε άλλα πρόσωπα ή στην περιουσία τους.
Η ελευθεροποίηση συμβαίνει όταν ένα ασφαλιστήριο ζωής αποκτήσει αξία εξαγοράς και ο ασφαλισμένος διακόψει την καταβολή ασφαλίστρων. Από τη στιγμή που το συμβόλαιο ελευθεροποιείται, παύουν να ισχύουν τυχόν πρόσθετες ή επεκτάσεις καλύψεων που απαιτούν πληρωμή ασφάλιστρου, ενώ παραμένει ενεργή η βασική κάλυψη ζωής. Η ελευθεροποίηση εξαρτάται από τον χρόνο ασφάλισης και αφορά αποκλειστικά συμβόλαια ζωής.
Ως έναρξη ισχύος ενός ασφαλιστηρίου θεωρείται η ημερομηνία από την οποία η κάλυψη αρχίζει να έχει νομική και ασφαλιστική ισχύ. Συχνά αυτή είναι η μεταγενέστερη από τις δύο εξής:
• την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για ασφάλιση
• την ημερομηνία ολοκλήρωσης πιθανής ιατρικής εξέτασης, αν αυτή απαιτείται.
Από αυτή την ημερομηνία ενεργοποιούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ασφαλισμένου και της εταιρείας.
Το ενιαίο ασφάλιστρο είναι το συνολικό ποσό που καταβάλλεται εφάπαξ κατά τη σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Αντί να γίνεται ετήσια ή περιοδική πληρωμή, το ποσό καλύπτει ολόκληρη την περίοδο ασφάλισης που έχει συμφωνηθεί και αποτυπώνεται πλήρως στο συμβόλαιο από την αρχή.
Η εξαίρεση είναι ρητή ρήτρα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την οποία ορισμένοι κίνδυνοι, περιστατικά ή περιστάσεις δεν καλύπτονται από την ασφαλιστική σύμβαση. Αναφέρονται με σαφήνεια ώστε να γνωρίζει ο ασφαλισμένος ποια γεγονότα εξαιρούνται από την κάλυψη — για παράδειγμα συγκεκριμένες δραστηριότητες, γεγονότα ή συνθήκες που θεωρούνται απρόσφορα στον αναληφθέντα κίνδυνο.
Ως εξαρτώμενα μέλη θεωρούνται τα άτομα που συνδέονται άμεσα με τον ασφαλισμένο και περιλαμβάνονται στην κάλυψη, όπως:
• η νόμιμη σύζυγος του ασφαλισμένου
• τα ανύπαντρα παιδιά του μέχρι την ηλικία που ορίζει το ασφαλιστήριο
Σε περίπτωση που τα παιδιά σπουδάζουν σε ανώτατο ή ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, η κάλυψή τους μπορεί να παραταθεί μέχρι το 25ο έτος της ηλικίας, εφόσον προβλέπεται από το συμβόλαιο.
Το επασφάλιστρο είναι το επιπλέον ποσό που προστίθεται στο βασικό ασφάλιστρο όταν η κάλυψη χαρακτηρίζεται από αυξημένο βαθμό κινδύνου. Μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους, όπως:
• επικινδυνότητα του επαγγέλματος
• προβλήματα υγείας του ασφαλισμένου
• νεαρή ηλικία ή άλλοι παράγοντες κινδύνου (π.χ. στα ασφαλιστήρια αυτοκινήτου)
Το επασφάλιστρο αποτυπώνει τον επιπλέον πιθανό κίνδυνο που αναλαμβάνει η εταιρεία και ενσωματώνεται στο συνολικό κόστος ασφάλισης.
Σοβαρές ιατρικές καταστάσεις που συνδέονται με την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, όπως προεκλαμψία, αποκόλληση πλακούντα, αποβολή ή επείγουσα καισαρική τομή, και μπορεί να καλύπτονται μόνο εφόσον προβλέπονται από το ασφαλιστήριο..
Ως εσωτερική νοσηλεία χαρακτηρίζεται η κατάσταση κατά την οποία ο ασφαλισμένος εισάγεται σε νοσηλευτικό ίδρυμα (νοσοκομείο) και διανυκτερεύει σε αυτό για θεραπεία ή παρακολούθηση. Η κάλυψη εσωτερικής νοσηλείας περιλαμβάνει δαπάνες που σχετίζονται με την παραμονή, τις ιατρικές πράξεις, την νοσηλεία και άλλες υπηρεσίες όπως αυτές ορίζονται στο ασφαλιστήριο.
Ο εκτελωνισμός αυτοκινήτου είναι η διαδικασία με την οποία ένα εισαγόμενο όχημα γίνεται νόμιμο προς κυκλοφορία στην Ελλάδα. Περιλαμβάνει την καταβολή των προβλεπόμενων φόρων και τελών προς τις αρμόδιες αρχές, όπως δασμοί, ΦΠΑ και Τέλη Κυκλοφορίας, ώστε το όχημα να μπορεί να εγγραφεί στο μητρώο αυτοκινήτων και να αποκτήσει πινακίδες.
Η εμπορική αξία ακινήτου είναι το ποσό στο οποίο ένα ακίνητο μπορεί να πωληθεί στην ελεύθερη αγορά σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Επηρεάζεται από παράγοντες όπως η τοποθεσία, η κατάσταση του ακινήτου, η παλαιότητα, οι παροχές της περιοχής και η συνολική ζήτηση και προσφορά στην αγορά ακινήτων.
Η εμπορική αξία αυτοκινήτου είναι η εκτιμώμενη τιμή πώλησης ενός οχήματος σε μια δεδομένη στιγμή. Υπολογίζεται με βάση την ηλικία του, τα χιλιόμετρα, την τεχνική του κατάσταση, την αγορά μεταχειρισμένων και τη ζήτηση για το συγκεκριμένο μοντέλο. Χρησιμοποιείται συχνά για εκτίμηση ζημιών, αγοραπωλησίες ή επανατιμήσεις συμβολαίων.
Ασφαλιστική κάλυψη που προστατεύει επαγγελματίες από απαιτήσεις τρίτων λόγω λαθών, παραλείψεων ή αμέλειας κατά την άσκηση του επαγγέλματός του
Εξοπλισμός που ανήκει στον ασφαλισμένο ή στον εργοδότη του και χρησιμοποιείται για επαγγελματικούς σκοπούς κατά τη διάρκεια ταξιδιού.
Η επικαρπία είναι ένα νομικό δικαίωμα που επιτρέπει σε κάποιον να χρησιμοποιεί και να απολαμβάνει τα οφέλη ενός ακινήτου (π.χ. να κατοικεί ή να εισπράττει ενοίκια) χωρίς να έχει την πλήρη ιδιοκτησία. Για παράδειγμα, ένας γονιός μπορεί να μεταβιβάσει την ψιλή κυριότητα ενός ακινήτου στο παιδί του, αλλά να διατηρήσει την επικαρπία ώστε να συνεχίσει να κατοικεί ή να εισπράττει εισόδημα από αυτό.
Ζ
Ο όρος ζημία στην ασφαλιστική ορολογία αναφέρεται σε κάθε απρόβλεπτο, αιφνίδιο και εξωτερικό γεγονός, το οποίο προκαλεί ολική ή μερική απώλεια, βλάβη ή φθορά σε ασφαλισμένο πρόσωπο, περιουσιακό στοιχείο ή τρίτο μέρος, και καλύπτεται από τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Η ζημία μπορεί να είναι:
• Υλική, όπως καταστροφή κτιρίου, οχήματος ή άλλου αντικειμένου από φωτιά, κλοπή, φυσική καταστροφή ή ατύχημα.
• Σωματική, όπως τραυματισμός ή απώλεια ζωής σε περίπτωση ατυχήματος.
• Ηθική ή οικονομική, εφόσον εμπίπτει στο πεδίο κάλυψης του ασφαλιστηρίου (π.χ. απώλεια ενοικίων ή εισοδήματος).
Για να αναγνωριστεί επίσημα μία ζημία και να ενεργοποιηθεί η υποχρέωση αποζημίωσης από την ασφαλιστική εταιρεία, πρέπει να αποδειχθεί ότι:
• Το συμβάν ήταν τυχαίο και ανεξάρτητο από τη βούληση του ασφαλισμένου.
• Συνέβη εντός της χρονικής ισχύος του συμβολαίου.
• Εμπίπτει στους καλυπτόμενους κινδύνους όπως αυτοί ορίζονται ρητά στο ασφαλιστήριο.
Η αποζημίωση της ζημίας πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προβλέψεις και τους περιορισμούς του συμβολαίου, όπως η απαλλαγή, τα ασφαλισμένα ποσά και οι εξαιρέσεις.
Το περιστατικό που προκαλεί ζημιά και μπορεί να ενεργοποιήσει το ασφαλιστήριο, εφόσον περιλαμβάνεται στις καλύψεις του.
Βασική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, η απώλεια ή σοβαρή διαταραχή της οποίας μπορεί να σχετίζεται με ιατρική ή ασφαλιστική αξιολόγηση, ανάλογα με το ασφαλιστήριο.
Η
Η ημερήσια νοσηλεία (Day Care) είναι η ιατρική περίθαλψη που παρέχεται σε νοσηλευτικό ίδρυμα χωρίς τη διανυκτέρευση του ασθενούς. Περιλαμβάνει επεμβάσεις, θεραπείες ή διαγνωστικές εξετάσεις που απαιτούν χρήση κλίνης, αλλά ολοκληρώνονται εντός της ίδιας ημέρας. Η κάλυψη ημερήσιας νοσηλείας προβλέπεται σε πολλά ασφαλιστήρια υγείας και αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και η εσωτερική νοσηλεία, βάσει των όρων και των ασφαλισμένων ποσών.
Η μη υλική ζημιά που υφίσταται ένα πρόσωπο, όπως ψυχική ταλαιπωρία ή προσβολή της προσωπικότητάς του, και μπορεί να οδηγήσει σε αξίωση αποζημίωσης.
Η ημερομηνία κατά την οποία εκδίδεται και υπογράφεται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο από την ασφαλιστική εταιρεία. Αποτελεί τυπική αλλά ουσιαστική ημερομηνία, καθώς αποτυπώνει πότε εκδόθηκε το συμβόλαιο, ανεξάρτητα από το πότε ξεκινά η κάλυψη ή η ισχύς του.
Η ημερομηνία από την οποία ξεκινά επίσημα η ασφαλιστική κάλυψη του συμβολαίου. Ορίζεται ρητά στο ασφαλιστήριο και σηματοδοτεί το χρονικό σημείο από το οποίο ο ασφαλισμένος είναι προστατευμένος έναντι των κινδύνων που περιγράφονται στο συμβόλαιο, εφόσον έχουν καταβληθεί τα σχετικά ασφάλιστρα και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις.
Η ημερομηνία κατά την οποία παύει να ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, εκτός αν υπάρξει ανανέωση ή τροποποίηση του ασφαλιστηρίου. Στις ασφαλίσεις ζωής, η ημερομηνία λήξης ενδέχεται να συνδέεται με την καταβολή του ασφαλιζόμενου ποσού, είτε λόγω λήξης της διάρκειας του συμβολαίου, είτε λόγω επέλευσης ασφαλιστικού γεγονότος (π.χ. θανάτου του ασφαλισμένου).
Θ
Ο θάνατος που επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα ατυχήματος, υπό τις προϋποθέσεις και μέσα στα χρονικά όρια που προβλέπει το ασφαλιστήριο.
Φυσικό φαινόμενο μεγάλης έντασης, όπως καταιγίδα, πλημμύρα ή άλλη ακραία εκδήλωση της φύσης, που μπορεί να προκαλέσει ζημιές και να καλύπτεται ασφαλιστικά.
Η θραύση κρυστάλλων είναι μια προαιρετική ασφάλιση που καλύπτει ζημιές στους υαλοπίνακες του αυτοκινήτου – όπως το παρμπρίζ, τα πλευρικά τζάμια, τα φινιστρίνια ή η ηλιοροφή. Σε περίπτωση θραύσης εξαιτίας ατυχήματος, βανδαλισμού ή άλλου καλυπτόμενου γεγονότος, η ασφαλιστική εταιρεία καταβάλλει την αποζημίωση σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου.
I
Η ιατρική εξέταση αποτελεί προαπαιτούμενο στάδιο στη διαδικασία ασφάλισης ζωής και υγείας, όταν κρίνεται αναγκαίο από την ασφαλιστική εταιρεία. Διενεργείται από εξουσιοδοτημένο ιατρό ή διαγνωστικό κέντρο και στοχεύει στην αξιολόγηση της υγείας του υποψήφιου ασφαλισμένου, προκειμένου να διαπιστωθεί το επίπεδο κινδύνου που αναλαμβάνει η εταιρεία. Τα αποτελέσματα της εξέτασης συνοδεύουν την αίτηση ασφάλισης και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, επηρεάζοντας την αποδοχή της αίτησης, το ύψος των ασφαλίστρων ή την επιβολή εξαιρέσεων.
Τα έξοδα για ιατρικές επισκέψεις, εξετάσεις, φάρμακα, θεραπείες ή άλλες ιατρικές υπηρεσίες, όταν αυτά καλύπτονται από το ασφαλιστήριο.
Η ισόβια ασφάλιση (Whole Life Insurance) είναι ένα είδος ασφάλισης ζωής που εξασφαλίζει την καταβολή του ασφαλισμένου κεφαλαίου στους δικαιούχους σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο επέλθει ο θάνατος του ασφαλισμένου, ανεξαρτήτως ηλικίας. Η κάλυψη ισχύει εφ’ όρου ζωής, εφόσον τηρούνται οι όροι της σύμβασης και καταβάλλονται τα ασφάλιστρα. Τα ασφάλιστρα μπορεί να είναι ισόβια ή περιορισμένης διάρκειας, χωρίς να επηρεάζεται η ισχύς της κάλυψης. Η ισόβια ασφάλιση συνδυάζει ασφαλιστική προστασία με αποταμιευτικό χαρακτήρα, καθώς το συμβόλαιο ενδέχεται να αποκτά και αξία εξαγοράς με την πάροδο του χρόνου.
Οι ίδιες ζημιές, γνωστές και ως μικτή ασφάλεια, αποτελούν κάλυψη που αποζημιώνει τον ασφαλισμένο για ζημιές στο δικό του όχημα ανεξάρτητα από το ποιος προκάλεσε το ατύχημα. Σε περίπτωση σύγκρουσης είτε εσύ ευθύνεσαι είτε όχι, η εταιρεία καλύπτει την αποκατάσταση ή αποζημίωση του οχήματος, σύμφωνα με τα όρια και τις προϋποθέσεις του συμβολαίου.
Κ
Το καθαρό ασφάλιστρο είναι το μέρος του συνολικού ασφαλίστρου που αντιστοιχεί αποκλειστικά στην κάλυψη του ασφαλισμένου κινδύνου. Δεν περιλαμβάνει πρόσθετες νόμιμες επιβαρύνσεις, τέλη, φόρους ή άλλα πρόσθετα κόστη που μπορεί να ενσωματώνονται στο τελικό ποσό που πληρώνει ο ασφαλιζόμενος.
Αποτελεί τον βασικό υπολογισμό του κινδύνου που αναλαμβάνει η ασφαλιστική εταιρεία και χρησιμοποιείται ως βάση για τον προσδιορισμό της τιμής της ασφαλιστικής προστασίας.
Η πληρωμή της αποζημίωσης ή της ασφαλιστικής παροχής από την ασφαλιστική εταιρεία προς τον δικαιούχο ή τον ασφαλισμένο.
Οι κακόβουλες ενέργειες αναφέρονται σε σκόπιμες πράξεις προσώπων που στοχεύουν στη βλάβη, καταστροφή ή φθορά ασφαλισμένων αντικειμένων ή αγαθών.
Αυτές οι ενέργειες μπορεί να εκδηλωθούν μεμονωμένα ή κατά τη διάρκεια κοινωνικών αναταραχών όπως στάσεις, απεργίες ή οχλαγωγίες — χωρίς όμως να περιλαμβάνουν πράξεις τρομοκρατίας.
Η κάλυψη για κακόβουλες ενέργειες προστατεύει τον ασφαλισμένο από ζημιές που δεν οφείλονται σε ατύχημα ή φυσικά αίτια, αλλά σε δολιοφθορές και βανδαλισμούς.
Ο όρος κάλυψη στην ασφάλιση περιγράφει το πεδίο και την έκταση της προστασίας που παρέχει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Αναφέρεται σε συγκεκριμένους κινδύνους ή περιστατικά που περιλαμβάνονται στην ασφάλιση — για παράδειγμα, «η κάλυψη περιλαμβάνει κλοπή, φωτιά και σεισμό».
Στην ουσία, η κάλυψη εκφράζει την κύρια υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να «φέρει τον κίνδυνο», δηλαδή να παρέχει αποζημίωση ή άλλη παροχή στον ασφαλιζόμενο όταν συμβεί ένα καλυπτόμενο γεγονός, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου.
Συμβάν που περιγράφεται στους όρους του ασφαλιστηρίου και δίνει δικαίωμα αποζημίωσης ή παροχής.
Το κόστος ανακατασκευής είναι το ποσό που απαιτείται για να ανακατασκευαστεί πλήρως ένα ακίνητο από την αρχή σε περίπτωση ολοκληρωτικής καταστροφής, όπως από φωτιά ή φυσική καταστροφή. Δεν σχετίζεται με την εμπορική ή αντικειμενική αξία του ακινήτου, αλλά με το πραγματικό κόστος υλικών, εργασίας και εργασιών που απαιτούνται για την αποκατάσταση της κατοικίας στην ίδια ή παρόμοια κατάσταση.
Κλοπή που γίνεται μετά από παραβίαση κατοικίας, επαγγελματικού χώρου ή οχήματος, σύμφωνα με τους όρους κάλυψης.
Λ
Ο Λήπτης της Ασφάλισης, ή αλλιώς Συμβαλλόμενος, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνάπτει την ασφαλιστική σύμβαση με την ασφαλιστική εταιρεία και αναλαμβάνει την ευθύνη καταβολής των ασφαλίστρων. Πρόκειται για το πρόσωπο που αιτείται την ασφάλιση, υπογράφει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και φέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό, εκτός αν κάποια αφορούν αποκλειστικά τον ασφαλισμένο.
Ο συμβαλλόμενος δεν είναι απαραίτητα το ίδιο πρόσωπο με τον ασφαλισμένο. Για παράδειγμα, ένας γονέας μπορεί να είναι ο συμβαλλόμενος σε μια ασφάλεια ζωής ή υγείας που αφορά το παιδί του, ή μια επιχείρηση μπορεί να είναι ο συμβαλλόμενος σε ασφαλιστήριο που αφορά υπάλληλό της. Σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση είναι να υπάρχει έννομο ασφαλιστικό συμφέρον του συμβαλλόμενου προς το πρόσωπο του ασφαλιζόμενου.
Κατά τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου, ο συμβαλλόμενος διατηρεί το δικαίωμα τροποποιήσεων, ανανέωσης, ή καταγγελίας της σύμβασης, καθώς και την ευθύνη για την τακτική εξόφληση των ασφαλίστρων, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους ειδικούς όρους.
Η ημερομηνία κατά την οποία παύει να ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, εκτός αν έχει προηγηθεί ανανέωση, παράταση ή ακύρωση.
Ασφάλιστρο που δεν έχει καταβληθεί έως την ημερομηνία που προβλέπεται από τη σύμβαση, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την ισχύ της κάλυψης.
Μ
Το μαθηματικό απόθεμα είναι το ποσό που έχει συσσωρευτεί μέσα σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής ή συνταξιοδοτικό πρόγραμμα από τα ασφάλιστρα που έχουν καταβληθεί από τον αντισυμβαλλόμενο, αφού αφαιρεθούν τα κόστη έκδοσης, πρόσκτησης και διαχείρισης.
Αυτή η συσσώρευση πραγματοποιείται μέσω επένδυσης σε χρηματοοικονομικά εργαλεία, με εγγυημένο ετήσιο επιτόκιο, γνωστό ως τεχνικό επιτόκιο. Το επιτόκιο αυτό καθορίζεται με την έναρξη του συμβολαίου και παραμένει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος του, προσφέροντας στον ασφαλισμένο προβλεψιμότητα και σταθερότητα στην εξέλιξη του αποθέματος.
Μερική ανικανότητα είναι η κατάσταση κατά την οποία ο ασφαλισμένος, λόγω ατυχήματος ή ασθένειας, δεν μπορεί να εκτελεί πλήρως μέρος των καθηκόντων της εργασίας του, αλλά εξακολουθεί να μπορεί να εργάζεται σε κάποιο βαθμό. Σε συμβόλαια που καλύπτουν την απώλεια εισοδήματος, η μερική ανικανότητα μπορεί να οδηγήσει σε καταβολή συγκεκριμένων επιδομάτων, ανάλογα με τους όρους της σύμβασης.
Τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα είναι το μέρος των ασφαλίστρων που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της ασφαλιστικής περιόδου που δεν έχει παρέλθει όταν διακόπτεται ένα συμβόλαιο πριν τη λήξη του. Αν το συμβόλαιο τερματιστεί πρόωρα και αυτό προβλέπεται από τους όρους του, τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα υπολογίζονται αναλογικά και επιστρέφονται στον πελάτη.
Η μικτή ασφάλιση συνδυάζει δύο σημαντικά στοιχεία: την παροχή σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου πριν τη λήξη του συμβολαίου και την παροχή κατά τη λήξη του συμβολαίου αν ο ασφαλισμένος παραμείνει εν ζωή. Με άλλα λόγια, το συμβόλαιο προσφέρει αποζημίωση είτε με τη μορφή κεφαλαίου στους δικαιούχους λόγω θανάτου, είτε στον ίδιο τον ασφαλισμένο εάν ζει στο τέλος της ασφαλιστικής περιόδου.
Το μικτό ασφάλιστρο είναι το συνολικό ποσό που καταβάλλει ο πελάτης για την ασφάλισή του και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία κόστους, όπως το καθαρό ασφάλιστρο για την κάλυψη κινδύνου και τις νόμιμες επιβαρύνσεις (π.χ. φόρους, δικαιώματα, εισφορές). Αποτελεί το τελικό χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για να τεθεί σε ισχύ και να διατηρηθεί η ασφάλιση.
Η μόνιμη μερική ανικανότητα είναι η μόνιμη μείωση της ικανότητας ενός προσώπου να ασκεί οποιαδήποτε μορφή κερδοφόρου επαγγέλματος, ως αποτέλεσμα ατυχήματος ή ασθένειας. Σε συμβόλαια που καλύπτουν τέτοιους κινδύνους, η ΜΜΑ μπορεί να οδηγήσει στην καταβολή συγκεκριμένων αποζημιώσεων ή επιδομάτων, ανάλογα με το βαθμό και τη φύση της ανικανότητας.
Η μόνιμη ολική ανικανότητα αναφέρεται στην πλήρη, μόνιμη και ανεπιστρέψιμη αδυναμία του ασφαλισμένου να ασκήσει οποιοδήποτε κερδοφόρο επάγγελμα. Σε ασφαλιστήρια που παρέχουν αυτήν την κάλυψη, η εταιρεία καταβάλλει αποζημίωση ή παροχή σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, εξαιτίας της πλήρους ανεργασίας λόγω ανικανότητας.
Ζημιά που δεν προκαλεί ολική καταστροφή του ασφαλισμένου αντικειμένου, αλλά απαιτεί επισκευή ή μερική αποκατάσταση.
Η μερική κλοπή αφορά την αφαίρεση μόνο συγκεκριμένων εξαρτημάτων ή τμημάτων του αυτοκινήτου (όπως ζάντες, εξωτερικοί καθρέπτες ή άλλα εξαρτήματα), χωρίς να κλαπεί ολόκληρο το όχημα. Η κάλυψη αυτή ενεργοποιείται μόνο όταν προβλέπεται ρητά στο ασφαλιστήριο.
Η μεταβίβαση αυτοκινήτου είναι η νομική διαδικασία αλλαγής της ιδιοκτησίας ενός οχήματος από έναν ιδιοκτήτη σε άλλον. Μπορεί να γίνει είτε με οικονομικό αντάλλαγμα είτε δωρεάν (π.χ. ως γονική παροχή), και περιλαμβάνει τη διεκπεραίωση των σχετικών διοικητικών και φορολογικών διαδικασιών για να μεταγραφεί το όχημα στο νέο ιδιοκτήτη.
Ν
Η Νομική Προστασία είναι μια ασφαλιστική κάλυψη που αναλαμβάνει και καλύπτει τα έξοδα νομικής υποστήριξης του ασφαλισμένου όταν εμπλέκεται σε δικαστική ή εξώδικη διαδικασία, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος. Η κάλυψη περιλαμβάνει, ανάλογα με τους όρους του συμβολαίου:
• Αμοιβές δικηγόρων και νομικών συμβούλων, για την εκπροσώπηση και υπεράσπιση των συμφερόντων του ασφαλισμένου.
• Δικαστικά έξοδα, όπως τέλη δικαστηρίων, πρακτικοί, μεταφράσεις, επιδόσεις κ.ά.
• Έξοδα πραγματογνωμοσύνης ή άλλων διαδικαστικών δαπανών που συνδέονται με την προώθηση ή άμυνα στην υπόθεση.
Η κάλυψη Νομικής Προστασίας δίνει στον ασφαλισμένο τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει νομικές διεκδικήσεις με επαγγελματική υποστήριξη, χωρίς να επιβαρύνεται ο ίδιος οικονομικά για τις σχετικές δαπάνες, εντός των ορίων και περιορισμών που καθορίζονται στο ασφαλιστήριο.
Χρηματική παροχή που καταβάλλεται για κάθε ημέρα νοσηλείας, εφόσον προβλέπεται από το ασφαλιστήριο.
Ξ
Συμβάν που γίνεται αιφνίδια, χωρίς πρόθεση και χωρίς να μπορεί να προβλεφθεί, και μπορεί να ενεργοποιήσει ασφαλιστική κάλυψη, ανάλογα με τους όρους του συμβολαίου.
Ασθένεια που εμφανίζεται αιφνιδίως και δεν ήταν γνωστή ή αναμενόμενη πριν από την έναρξη της κάλυψης, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Κάθε χώρα εκτός της χώρας μόνιμης διαμονής του ασφαλισμένου, όπως αυτή ορίζεται στο εκάστοτε ασφαλιστήριο, ιδίως σε ταξιδιωτικές ασφαλίσεις.
Ο
Η οικιακή περιουσία ή οικοσκευή περιλαμβάνει το σύνολο των κινητών αντικειμένων που αποτελούν μέρος ενός νοικοκυριού και χρησιμοποιούνται στην καθημερινή ζωή μέσα στο σπίτι. Σε αυτήν περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:
• Έπιπλα (π.χ. καναπέδες, κρεβάτια, τραπέζια)
• Οικιακά σκεύη και συσκευές (π.χ. κουζινικά, ηλεκτρικές συσκευές)
• Ηλεκτρονικός εξοπλισμός και προσωπικά αντικείμενα
Η οικιακή περιουσία καλύπτεται από ασφαλιστήρια περιουσίας σε περίπτωση ζημιών λόγω κινδύνων όπως πυρκαγιά, κλοπή, πλημμύρα κ.ά., σύμφωνα με τους όρους και τα όρια του συμβολαίου.
Ασφαλιστική κάλυψη που αφορά συνήθως έως δύο ενήλικες και τα ανήλικα παιδιά τους, όταν ταξιδεύουν μαζί και αναφέρονται στο ίδιο πιστοποιητικό ασφάλισης.
Η ομαδική ασφάλιση είναι μια μορφή ασφάλισης ζωής και υγείας που παρέχεται σε ομάδες προσώπων, συνήθως εργαζομένους μιας εταιρείας ή μέλη ενός οργανισμού. Αντί για μεμονωμένα άτομα, η ασφαλιστική σύμβαση συνάπτεται με τον εργοδότη ή τον φορέα της ομάδας, ο οποίος εξασφαλίζει την κάλυψη για όλα τα μέλη. Η ομαδική ασφάλιση λειτουργεί συμπληρωματικά στις κρατικές κοινωνικές παροχές ή σε ατομικές ιδιωτικές καλύψεις, προσφέροντας προστασία ζωής, υγείας ή άλλων παροχών σε μεγαλύτερη κλίμακα με συχνά πιο ανταγωνιστικά ασφάλιστρα.
Το όριο ευθύνης της εταιρίας είναι το μέγιστο χρηματικό ποσό για το οποίο η ασφαλιστική εταιρία δεσμεύεται να καταβάλει αποζημίωση σε έναν ασφαλισμένο ή δικαιούχο για ένα ή περισσότερα ασφαλιστικά γεγονότα. Το όριο αυτό καθορίζεται ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (π.χ. στον πίνακα καλύψεων) και μπορεί να αφορά είτε μεμονωμένη περίπτωση είτε συνολική ευθύνη για όλες τις καλύψεις του συμβολαίου.
Στην ασφαλιστική ορολογία, ουσιώδες γεγονός είναι οποιαδήποτε κριτική πληροφορία ή στοιχείο που έχει αποφασιστική σημασία για την εκτίμηση του κινδύνου από το τμήμα underwriting της ασφαλιστικής εταιρείας. Πρόκειται για δεδομένα που επηρεάζουν την απόφαση αποδοχής ή απόρριψης μιας αίτησης ασφάλισης, το ύψος των ασφαλίστρων, ή την επιβολή ειδικών όρων. Η παράλειψη ή ανακριβής αναφορά ουσιωδών γεγονότων μπορεί να επηρεάσει την ισχύ του ασφαλιστηρίου ή τις αξιώσεις αποζημίωσης.
Η οδική βοήθεια είναι προαιρετική κάλυψη που εξασφαλίζει στον ασφαλισμένο υποστήριξη σε περίπτωση που το όχημά του ακινητοποιηθεί λόγω βλάβης ή ατυχήματος. Συνήθως περιλαμβάνει υπηρεσίες όπως ρυμούλκηση του οχήματος, μικρές επισκευές επί τόπου, μεταφορά του οχήματος ή ακόμα και μεταφορά του οδηγού και των επιβατών σε ασφαλές σημείο.
Η ολική κλοπή αφορά την πλήρη αφαίρεση του οχήματος από τρίτο πρόσωπο χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη. Για να ενεργοποιηθεί η κάλυψη και να καταβληθεί αποζημίωση, απαιτείται συνήθως επίσημη δήλωση στην αστυνομία και η ύπαρξη ενεργής κάλυψης κλοπής στο συμβόλαιό σου..
Π
Το περιοδικό ασφάλιστρο είναι το ασφάλιστρο που καταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα για τη διατήρηση μιας ασφάλισης σε ισχύ. Αντί για εφάπαξ καταβολή, το ασφαλιστικό κόστος κατανέμεται στο χρόνο — συνήθως ανά τρίμηνο, εξάμηνο ή έτος — επιτρέποντας στον ασφαλιζόμενο να εξυπηρετεί τις πληρωμές του με μεγαλύτερη ευελιξία.
Η περίοδος αναμονής είναι η χρονική διάρκεια από την έναρξη ισχύος ενός ασφαλιστηρίου έως το σημείο όπου ο ασφαλιζόμενος δικαιούται αποζημίωση για κάλυψη συγκεκριμένων κινδύνων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου — που καθορίζεται ανάλογα με το είδος της ασφάλισης — δεν ενεργοποιούνται οι προβλεπόμενες παροχές, ιδιαίτερα σε ασφαλίσεις υγείας (π.χ. για ορισμένες παθήσεις ή νοσηλείες), προκειμένου να διασφαλιστεί η έκθεση στον κίνδυνο.
Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, όπως αυτό αναγράφεται στο πιστοποιητικό ασφάλισης.
Η παράνομη κατάληψη ή ο παράνομος έλεγχος αεροσκάφους, πλοίου, λεωφορείου ή τρένου στο οποίο ταξιδεύει ο ασφαλισμένος.
Ο πίνακας είναι το τμήμα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που περιλαμβάνει συγκεντρωμένες και εξατομικευμένες πληροφορίες για την κάλυψη. Σε αυτό παρατίθενται τα στοιχεία του ασφαλιζόμενου, η περιγραφή της ασφαλισμένης περιουσίας ή των κινδύνων, η διάρκεια ισχύος, τα ασφαλιζόμενα κεφάλαια, τυχόν δεσμευτικοί όροι, πρόσθετες πράξεις ή επισυναπτόμενα δικαιολογητικά. O πίνακας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ασφαλιστηρίου και αντικαθίσταται όταν το συμβόλαιο τροποποιείται.
Το έγγραφο που συνοδεύει το ασφαλιστήριο και αναφέρει αναλυτικά τις καλύψεις, τα όρια αποζημίωσης και τις απαλλαγές που ισχύουν.
Το έγγραφο που αποδεικνύει την ασφάλιση και περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία της κάλυψης, αποτελώντας μέρος του ασφαλιστηρίου.
Η πολλαπλή ασφάλιση ή συνασφάλιση είναι η περίπτωση όπου περισσότερες από μία ασφαλιστικές εταιρείες καλύπτουν τον ίδιο κίνδυνο για το ίδιο αντικείμενο ή πρόσωπο, κατά την ίδια χρονική περίοδο. Κάθε εταιρεία αναλαμβάνει αναλογικό μέρος του κινδύνου και της πιθανής αποζημίωσης μέχρι το ποσό που έχει συμφωνήσει στη σύμβασή της. Ο λήπτης οφείλει να γνωστοποιήσει σε κάθε εμπλεκόμενη εταιρεία την ύπαρξη άλλων ασφαλίσεων για το ίδιο αντικείμενο, ώστε να αποφευχθούν επικαλύψεις και αδικαιολόγητες αποζημιώσεις.
Το ποσό που προβλέπεται για κάθε καλυπτόμενη παροχή ή ενότητα του ασφαλιστηρίου, όπως αναγράφεται στον πίνακα ωφελημάτων.
Ο πραγματογνώμονας είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διορίζεται από την ασφαλιστική εταιρεία για να ερευνήσει τα αίτια, τις συνθήκες και το ύψος μιας ζημιάς. Ο ρόλος του περιλαμβάνει την επιτόπια εκτίμηση, τη συλλογή στοιχείων, την αξιολόγηση των συνεπειών και την παροχή τεχνικής γνώμης που καθορίζει τα δεδομένα για τον υπολογισμό της αποζημίωσης.
Η Πράσινη Κάρτα είναι διεθνώς αναγνωρισμένο έγγραφο που πιστοποιεί την ύπαρξη της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια ταξιδιών εκτός της ελληνικής επικράτειας, σε χώρες που συμμετέχουν στο σύστημα. Εκδίδεται από την ασφαλιστική εταιρεία μετά από αίτηση του ασφαλισμένου και λειτουργεί ως βεβαίωση ότι το όχημα καλύπτεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ξένων αρχών.
Κάθε ασθένεια, ενόχληση ή ιατρική κατάσταση που υπήρχε ή ήταν γνωστή πριν από την έναρξη του ασφαλιστηρίου, σύμφωνα με τους όρους του κάθε ασφαλιστηρίου.
Το Προϊόν Υπεραπόδοσης Μαθηματικών Αποθεμάτων (Π.Υ.Μ.Α.) είναι μια επιπρόσθετη παροχή που προστίθεται στο μαθηματικό απόθεμα ενός ασφαλιστηρίου όταν οι επενδύσεις που συνδέονται με αυτό αποδίδουν υψηλότερα από το τεχνικά εγγυημένο επιτόκιο.
Υπολογίζεται ως το γινόμενο του μαθηματικού αποθέματος στο τέλος του προηγούμενου έτους επί τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής επενδυτικής απόδοσης και του τεχνικού επιτοκίου, αφού αφαιρεθούν συγκεκριμένα έξοδα. Όταν η απόδοση υπερβαίνει ένα καθορισμένο όριο (π.χ. 5%), η εταιρεία διατηρεί δικαίωμα προσαρμογής των εξόδων μέχρι τα όρια που αναφέρονται στο συμβόλαιο.
Η Πρόσθετη Πράξη είναι κάθε γραπτή τροποποίηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που γίνεται με συμφωνία μεταξύ του ασφαλισμένου (ή λήπτη της ασφάλισης) και της εταιρείας. Μπορεί να περιλαμβάνει αλλαγές σε στοιχεία, καλύψεις, ποσά, διάρκειες ή άλλους όρους και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ασφαλιστηρίου.
Η πρόσκαιρη ασφάλιση ανήκει στον κλάδο ζωής και καλύπτει τον ασφαλισμένο για μια προκαθορισμένη χρονική περίοδο. Εάν ο ασφαλισμένος χάσει τη ζωή του εντός αυτής της περιόδου, οι δικαιούχοι λαμβάνουν το συμφωνημένο κεφάλαιο. Εάν η περίοδος λήξει χωρίς να συμβεί το ασφαλιστικό γεγονός, η κάλυψη λήγει και η σύμβαση διακόπτεται χωρίς καταβολή κεφαλαίου.
Η πρόσκαιρη ολική ανικανότητα είναι η κατάσταση στην οποία ένα άτομο αποκτά πλήρη αδυναμία να εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία ή δραστηριότητα, αλλά η κατάσταση αυτή είναι προσωρινή και αναμένεται πλήρης αποκατάσταση μέσα σε χρονικό διάστημα που ορίζεται από το συμβόλαιο ή την ιατρική αξιολόγηση.
Ιατρός με νόμιμη άδεια άσκησης επαγγέλματος, κατάλληλη επιστημονική κατάρτιση και αρμοδιότητα να διαγνώσει ή να θεραπεύσει ιατρική κατάσταση.
Η πρόταση ή αίτηση ασφάλισης είναι το επίσημο έντυπο που συμπληρώνεται από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον υποψήφιο ασφαλισμένο, στο οποίο καταγράφονται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, πληροφορίες και δηλώσεις που χρειάζεται η εταιρεία για να εκτιμήσει τον κίνδυνο και να εκδώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Αποτελεί τη βάση για την αξιολόγηση, την αποδοχή και τον καθορισμό των όρων της σύμβασης.
Η ποιότητα κατασκευής σπιτιού αναφέρεται στην εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης με υλικά και τεχνικές αντίστοιχες της αρχικής κατασκευής. Στο ασφαλιστήριο κατοικίας αυτό το ποσό καθορίζει πόσο θα κοστίσει η επισκευή ή ανακατασκευή μετά από ζημιά (π.χ. πυρκαγιά ή σεισμό) και διαφέρει ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τον βαθμό πολυτέλειας της κατασκευής.
Ο προασφαλιστικός έλεγχος είναι μια προληπτική επιθεώρηση ή αξιολόγηση που πραγματοποιεί η ασφαλιστική εταιρεία πριν από την έκδοση ενός συμβολαίου, ειδικά για κατοικίες υψηλής αξίας ή για ειδικές καλύψεις. Στόχος του είναι να εκτιμηθεί ο πραγματικός κίνδυνος, η κατάσταση του ακινήτου ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, και να διαμορφωθούν οι όροι, τα ασφάλιστρα και οι εξαιρέσεις με βάση αντικειμενικά δεδομένα.
Οι πρόσθετες καλύψεις είναι επιπλέον ασφαλιστικές επιλογές που μπορείς να προσθέσεις στο βασικό ασφαλιστήριο για να αυξήσεις το επίπεδο προστασίας σου. Τέτοιες καλύψεις μπορεί να περιλαμβάνουν θραύση κρυστάλλων, οδική βοήθεια, νομική προστασία, ασφάλεια κλοπής, κάλυψη φυσικών φαινομένων και άλλες, ανάλογα με τις ανάγκες σου.
Η κάλυψη προσωπικού ατυχήματος οδηγού αποζημιώνει τον ίδιο τον οδηγό σε περίπτωση σωματικών βλαβών ή θανάτου που προκύπτουν από τροχαίο ατύχημα, ανεξάρτητα από το ποιος φέρει την ευθύνη. Πρόκειται για συμπληρωματική κάλυψη που ενισχύει την προστασία πέρα από την υποχρεωτική αστική ευθύνη.
Η προσωρινή ασφάλεια αυτοκινήτου είναι μια βραχυχρόνια κάλυψη που προσφέρει προστασία για περιορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθως από μερικές ημέρες έως 30 ημέρες. Χρησιμοποιείται όταν ένα όχημα χρειάζεται περιστασιακή ασφάλιση, όπως για μεταφορά, δοκιμαστική χρήση ή άλλη βραχεία χρήση πριν από την έκδοση κανονικού συμβολαίου.
Ρ
Ειδικός όρος μέσα στο ασφαλιστήριο που καθορίζει δικαιώματα, υποχρεώσεις, περιορισμούς ή προϋποθέσεις κάλυψης.
Η μεταφορά του ασφαλισμένου οχήματος με γερανό ή άλλο κατάλληλο μέσο, όταν αυτό ακινητοποιηθεί λόγω βλάβης, ατυχήματος ή άλλου καλυπτόμενου περιστατικού.
Σ
Οι στενοί συγγενείς είναι τα άτομα που συνδέονται άμεσα με τον ασφαλισμένο μέσω οικογενειακής σχέσης πρώτου βαθμού και θεωρούνται συχνά δικαιούχοι ή καλύπτονται από ορισμένες παροχές του ασφαλιστηρίου. Στην ταξινόμηση αυτή περιλαμβάνονται:
• Ο/Η σύζυγος του ασφαλισμένου
• Τα παιδιά του
• Οι γονείς του
• Οι αδελφοί και αδελφές του
Η έννοια των στενών συγγενών χρησιμοποιείται σε πλήθος ασφαλιστικών καλύψεων, ειδικά σε προϊόντα οικογενειακής ασφάλισης, παροχών σε περίπτωση θανάτου ή κάλυψης εξαρτώμενων μελών.
Πρόσωπο του οποίου η απουσία από την εργασία ή την επιχείρηση, ταυτόχρονα με την απουσία του ασφαλισμένου, δυσκολεύει ουσιαστικά τη σωστή λειτουργία της δραστηριότητας.
Ως συμβεβλημένο νοσηλευτικό ίδρυμα χαρακτηρίζεται κάθε νοσοκομείο, κλινική ή θεραπευτικό κέντρο που έχει συνάψει ειδική συμφωνία συνεργασίας με μια ασφαλιστική εταιρεία, ώστε να παρέχει φροντίδα στους δικαιούχους της βάσει των όρων του ασφαλιστηρίου.
Όταν ένας ασφαλισμένος νοσηλεύεται σε συμβεβλημένο ίδρυμα, η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να εξοφλεί απευθείας τα αιτιολογημένα ιατρικά έξοδα που καλύπτονται από το συμβόλαιο, μειώνοντας έτσι την οικονομική επιβάρυνση του πελάτη και απλοποιώντας τη διαδικασία αποζημίωσης.
Η συνεργασία αυτή παρέχει στον ασφαλισμένο ταχύτητα, αξιοπιστία και πλήρη συμμόρφωση με τις συμφωνηθείσες καλύψεις.
Η συμμετοχή περισσότερων από μίας ασφαλιστικών εταιρειών στην κάλυψη του ίδιου κινδύνου ή η επιμερισμένη ανάληψη της ασφαλιστικής ευθύνης.
Ο ή η σύζυγος, ο/η σύντροφος με τον/την οποίο/α συμβιώνει ο ασφαλισμένος ή το πρόσωπο με σύμφωνο συμβίωσης.
Τ
Η ταξινόμηση οχήματος είναι η επίσημη διαδικασία με την οποία ένα όχημα καταχωρίζεται στο Μητρώο Οχημάτων του Υπουργείου Μεταφορών, ώστε να αποκτήσει αριθμό κυκλοφορίας και να μπορεί να κυκλοφορήσει νόμιμα. Η διαδικασία αυτή είναι υποχρεωτική για όλα τα οχήματα που τίθενται σε κυκλοφορία, είτε πρόκειται για καινούρια είτε για εισαγόμενα μεταχειρισμένα, και περιλαμβάνει τον έλεγχο των τεχνικών χαρακτηριστικών, της ταυτότητας και της νομιμότητας του οχήματος.
Τα προπληρωμένα έξοδα μεταφοράς, εισιτηρίων, εκδρομών ή άλλων υπηρεσιών που σχετίζονται με το ταξίδι και έχουν πληρωθεί πριν από την αναχώρηση.
Σωματική βλάβη που προκαλείται από ατύχημα, με βίαιη, εξωτερική και εμφανή αιτία, σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο.
Το Τεχνικό Επιτόκιο είναι το εγγυημένο ετήσιο επιτόκιο απόδοσης που εφαρμόζεται για την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής ή συνταξιοδοτικού προγράμματος. Αποτελεί βασικό παράγοντα στον υπολογισμό της μελλοντικής αξίας του μαθηματικού αποθέματος, καθώς επηρεάζει άμεσα την ταχύτητα με την οποία τα ασφάλιστρα που καταβάλλει ο ασφαλισμένος συσσωρεύονται σε αξία με το πέρασμα του χρόνου.
Το τεχνικό επιτόκιο ορίζεται με βάση την ελληνική ασφαλιστική νομοθεσία και χρησιμοποιείται ως σταθερό σημείο αναφοράς για την επένδυση των αποθεμάτων κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η εγγυημένη αυτή απόδοση προσφέρει στον ασφαλισμένο προβλεψιμότητα και ασφάλεια, καθώς γνωρίζει εκ των προτέρων το ελάχιστο επίπεδο απόδοσης που θα λάβει η επένδυσή του.
Κάθε πρόσωπο που δεν είναι ο ασφαλισμένος, ο λήπτης της ασφάλισης ή η ασφαλιστική εταιρεία, αλλά μπορεί να υποστεί ζημιά από ένα περιστατικό.
Ενέργεια ή απειλή χρήσης βίας από άτομο ή ομάδα για πολιτικούς, θρησκευτικούς, ιδεολογικούς ή παρόμοιους σκοπούς, με στόχο την πρόκληση φόβου ή τον επηρεασμό αρχών ή κυβερνήσεων.
Υ
Οι υαλοπίνακες είναι επίπεδα τζαμιών πάχους 4 χιλιοστών ή μεγαλύτερου, τα οποία εφαρμόζονται σε σημεία ενός κτιρίου όπως οι εξωτερικές και εσωτερικές πόρτες, τα παράθυρα και οι φεγγίτες. Αποτελούν βασικό στοιχείο της κατασκευής και της προστασίας ενός χώρου, και στην ασφάλιση περιουσίας αντιμετωπίζονται ως μέρος της οικοσκευής ή της δομής του κτιρίου, με ειδικές ρήτρες κάλυψης για θραύση, διάρρηξη ή ζημιές από καλυπτόμενους κινδύνους.
Υλική ζημιά είναι οποιαδήποτε απώλεια ή βλάβη που προκαλείται στην περιουσία του ασφαλισμένου λόγω καλυπτόμενου κινδύνου, όπως φωτιά, κλοπή, φυσικές καταστροφές ή ατυχήματα. Σε αντίθεση με τις σωματικές ή ηθικές συνέπειες, η υλική ζημιά αφορά αποκλειστικά και μόνο την οικονομική και αντικειμενική υποβάθμιση ενός αντικειμένου ή αγαθού, και αποζημιώνεται σύμφωνα με τους όρους, τα όρια και τις εξαιρέσεις που προβλέπει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Η υπασφάλιση συμβαίνει όταν το ασφαλιζόμενο ποσό ή κεφάλαιο είναι μικρότερο από την πραγματική ασφαλιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου που καλύπτεται. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν επέλθει ζημία, η αποζημίωση δεν καλύπτει πλήρως την απώλεια, αλλά υπολογίζεται αναλογικά με βάση τη σχέση ανάμεσα στην ασφαλιστική αξία και το ασφαλιζόμενο ποσό. Ο υπολογισμός γίνεται σύμφωνα με τον λεγόμενο αναλογικό όρο, πράγμα που σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος λαμβάνει ποσό μικρότερο από την πλήρη ζημιά, αναλόγως του βαθμού υπασφάλισης.
Η υπερασφάλιση υπάρχει όταν το ασφαλιζόμενο ποσό ή κεφάλαιο υπερβαίνει την πραγματική ασφαλιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου που ασφαλίζεται. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε λανθασμένη εκτίμηση της αξίας ή σε εκούσια, δόλια προσπάθεια υπερεκτίμησης. Ανεξάρτητα από την αιτία, η υπερασφάλιση αντιβαίνει στις βασικές αρχές διαχείρισης του κινδύνου και στη νομοθεσία, καθώς στόχος της ασφάλισης δεν είναι η υπερβολική κερδοσκοπία αλλά η δίκαιη αποκατάσταση ζημιάς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αποζημιώσεις προσαρμόζονται έτσι ώστε να μην υπερβαίνουν την πραγματική αξία του ασφαλισμένου αγαθού.
Η υπαναχώρηση είναι το δικαίωμα του πελάτη να ακυρώσει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την ημερομηνία αγοράς του, χωρίς επιβολή ποινής ή χρηματική επιβάρυνση. Στα περισσότερα ασφαλιστήρια αυτό το δικαίωμα διαρκεί 14 ημέρες και δίνει στον ασφαλισμένο τη δυνατότητα να επανεξετάσει την απόφασή του και να ζητήσει επιστροφή των ασφαλίστρων εφόσον δεν έχει χρησιμοποιηθεί η κάλυψη.
Η υπολειμματική αξία είναι η τιμή που διατηρεί ένα όχημα ή άλλο περιουσιακό στοιχείο μετά από ολική ζημιά ή στο τέλος μιας μίσθωσης/leasing. Αν ένα όχημα καταστραφεί ή αποσυρθεί, η υπολειμματική αξία αντιπροσωπεύει την ποσότητα που μπορεί να ανακτηθεί από την πώληση υπολειμμάτων, ανταλλακτικών ή την αξία στην αγορά δευτερογενούς χρήσης.
Φ
Ο φιλικός διακανονισμός είναι ένα σύστημα απλοποιημένης και ταχύτερης διαχείρισης ζημιών στον κλάδο ασφάλισης αυτοκινήτου, στο οποίο συμμετέχουν συγκεκριμένες ασφαλιστικές εταιρίες με κοινό μηχανισμό συνεργασίας. Στόχος του είναι να εξασφαλίζει στον ασφαλισμένο έναν ευκολότερο, ταχύτερο και χωρίς αντιδικίες τρόπο αποζημίωσης, όταν εμπλέκεται σε τροχαίο ατύχημα.
Συγκεκριμένα, με τον φιλικό διακανονισμό:
• Ο ασφαλισμένος δεν απαιτείται να στραφεί νομικά ή διοικητικά κατά της ασφαλιστικής εταιρίας του υπαίτιου οδηγού.
• Αντίθετα, αποζημιώνεται απευθείας από τη δική του ασφαλιστική εταιρία, υπό τις προϋποθέσεις και τα όρια που προβλέπει το συμβόλαιο.
• Η διαδικασία βασίζεται στη συνεργασία των εμπλεκόμενων εταιρειών, ώστε να επιτυγχάνεται γρήγορη εκκαθάριση της ζημίας με ελάχιστη γραφειοκρατία και χαμηλότερο κόστος για τον πελάτη.
Ο φιλικός διακανονισμός αποτελεί πρακτική που συμβάλλει στην πιο άμεση και φιλική εξυπηρέτηση του ασφαλισμένου, ειδικά σε απλές υποθέσεις όπου οι ευθύνες είναι σαφείς και μπορεί να προχωρήσει άμεσα η εκτίμηση και η καταβολή της αποζημίωσης.
Η φιλική δήλωση ατυχήματος είναι ένα έντυπο που συμπληρώνουν οι εμπλεκόμενοι σε ένα τροχαίο συμβάν για να περιγράψουν από κοινού τις συνθήκες και τα δεδομένα του περιστατικού. Η χρήση της καθιστά δυνατή την ταχύτερη διεκπεραίωση της ζημιάς από τις ασφαλιστικές εταιρείες χωρίς άμεση ανάγκη για αστυνομική παρουσία, εφόσον οι εμπλεκόμενοι συμφωνούν στα γεγονότα.
Οι φορολογήσιμοι ίπποι είναι μια μονάδα μέτρησης της ισχύος του κινητήρα ενός οχήματος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τελών κυκλοφορίας, των ασφαλίστρων και άλλων τεκμηρίων διαβίωσης. Αν και δεν σχετίζονται άμεσα με την πραγματική απόδοση, καθορίζουν το ύψος ορισμένων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Η φροντίδα ατυχήματος είναι μια υπηρεσία υποστήριξης που παρέχεται όταν συμβαίνει τροχαίο. Περιλαμβάνει την αποστολή εξειδικευμένου συνεργάτη στο σημείο του ατυχήματος για καταγραφή των στοιχείων, λήψη φωτογραφιών, συμπλήρωση φιλικής δήλωσης και, αν χρειάζεται, ρυμούλκηση του οχήματος. Στόχος της υπηρεσίας είναι να διευκολύνει τον ασφαλισμένο σε μια δύσκολη στιγμή και να επιταχύνει τον διακανονισμό της ζημιάς.
Η κάλυψη για φυσικά φαινόμενα περιλαμβάνει ζημιές που προκαλούνται από έντονα καιρικά ή γεωλογικά συμβάντα, όπως πλημμύρες, χαλάζι, καταιγίδες, χιονοπτώσεις, ανεμοθύελλες και άλλες φυσικές δυνάμεις της φύσης. Αν και δεν περιλαμβάνεται αυτόματα σε κάθε ασφαλιστήριο, μπορεί να προστεθεί ως προαιρετική κάλυψη για την προστασία περιουσιακών στοιχείων σε περιπτώσεις όπου τέτοιοι κίνδυνοι είναι πιθανότεροι.
Η σταδιακή φθορά που προκύπτει από τη συνήθη χρήση, το πέρασμα του χρόνου ή την παλαιότητα και συνήθως δεν καλύπτεται από την ασφάλιση.
Χ
Δραστηριότητες όπως σκι, χιονοσανίδα και άλλες χειμερινές αθλητικές δραστηριότητες που καλύπτονται μόνο σύμφωνα με τους ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου.
Η χρονική περίοδος από την έναρξη του ασφαλιστηρίου, μέσα στην οποία ορισμένες καλύψεις δεν ενεργοποιούνται ακόμη.
Παράδειγμα: σε κάποια προγράμματα υγείας, ορισμένες παροχές ισχύουν μετά από συγκεκριμένο χρόνο αναμονής.
Η χώρα στην οποία ο ασφαλισμένος διαμένει μόνιμα ή έχει πρόθεση να διαμένει σε σταθερή βάση.
Κάθε μέσο που έχει χρηματική αξία, όπως μετρητά, επιταγές, ταξιδιωτικές επιταγές, κουπόνια ή εισιτήρια, στο μέτρο και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στους όρους του κάθε ασφαλιστηρίου.
Ψ
Η ψιλή κυριότητα είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω σε ένα ακίνητο χωρίς το δικαίωμα να το χρησιμοποιείς ή να εισπράττεις τα οφέλη του, τα οποία παραμένουν στον επικαρπωτή. Συνήθως προκύπτει σε περιπτώσεις όπου κάποιος μεταβιβάζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας (π.χ. μέσω γονικής παροχής), αλλά διατηρεί για τον εαυτό του το δικαίωμα χρήσης και απόλαυσης των καρπών του ακινήτου. Αυτή η νομική κατάσταση διατηρείται μέχρι να λήξει η επικαρπία κατά τα συμφωνημένα ή τον νόμο.
Η ηθική και ψυχική επιβάρυνση που μπορεί να υποστούν στενά συγγενικά πρόσωπα λόγω σοβαρού περιστατικού, όπως θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη.
Ανακριβής ή παραπλανητική δήλωση που δίνεται κατά τη σύναψη της ασφάλισης ή κατά την υποβολή απαίτησης και μπορεί να επηρεάσει την κάλυψη ή την αποζημίωση.
Ω
Το πρόσωπο που λαμβάνει την παροχή, την αποζημίωση ή το ασφαλιστικό ποσό από ένα ασφαλιστήριο, όταν αυτό προβλέπεται από τους όρους της σύμβασης.
Η παροχή ή το ποσό που καταβάλλει η ασφαλιστική εταιρεία όταν συμβεί καλυπτόμενο περιστατικό, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Η χρηματική παροχή που μπορεί να καταβάλλεται για κάθε πλήρη ημέρα νοσηλείας, όταν αυτό προβλέπεται από το ασφαλιστήριο.